ΑΠ 181/2022 – Άκυρη ρήτρα περιορισμού της ευθύνης ασφαλιστή για προσωπικό ατύχημα οδηγού που προβλέπει εξαίρεση από την ασφάλιση σε περίπτωση μέθης οδηγού

Του Στάθη Δημ. Σταματελόπουλου Νομικού Συμβούλου Υ.Γ.Ε.ΜΗ. του Ε.Ε.Α.


Μια σημαντική απόφαση αναφορικά με την πρόβλεψη σε όρο ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την εξαίρεση από την ασφάλιση και τον περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή σε περίπτωση προαιρετικής ασφάλισης προσωπικού ατυχήματος οδηγού, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας εξέδωσε το Δ΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου.

Η υπόθεση αφορούσε σε αίτηση αναίρεσης την οποία άσκησε ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της απόφασης  που εξέδωσε το Εφετείο, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αγωγή των κληρονόμων θανόντος οδηγού μοτοσυκλέτας, ο οποίος έχασε τη ζωή του, εμπλεκόμενος σε τροχαίο ατύχημα, ενώ τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ο οποίος είχε καταρτίσει προαιρετική σύμβαση  ασφάλισης προσωπικού ατυχήματος που διαλαμβάνονταν στην σύμβαση κάλυψης της ευθύνης του έναντι τρίτων, κατά την οδήγηση του οχήματος του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 489/1976 “περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης”, όπως κωδικοποιήθηκε με το Π. Δ. 237/1986.

Η ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζονταν ότι, δυνάμει ειδικής πρόβλεψης απαλλαγής από την ευθύνη της, που διαλαμβάνονταν στην σχετική ασφαλιστική σύμβαση του Ν. 489/1976 δεν όφειλε να αποζημιώσει τους κληρονόμους του θανόντος οδηγού, για το ατύχημα που υπέστη, καθώς αυτός αποδείχθηκε ότι, οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος.

Ειδικότερα το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι :

Είναι ανεπίτρεπτη και άκυρη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 και 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή που περιέχεται σε σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης οχήματος για προσωπικό ατύχημα οδηγού, σύμφωνα με την οποία ρήτρα εξαιρείται από την ασφάλιση η περίπτωση εκείνη, που ο ασφαλισμένος οδηγός τελούσε, κατά την επέλευση κινδύνου, υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ. 

Συγκεκριμένα και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 “αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία, ή θάνατο, ή ανάγκη νοσηλείας”.

Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του πιο πάνω ασφαλιστικού νόμου ορίζεται ότι “κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο, ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης, ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια, ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών”.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, κατ’ αρχήν, ότι το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω ασφαλιστικού νόμου αποτελούν ρυθμίσεις “ημιαναγκαστικού” δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορεί να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφαλίσεως, παρά μόνο να διευρυνθούν. Με τον κανόνα αυτό, του ημιαναγκαστικού χαρακτήρα των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου, εκδηλώνεται, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφαλίσεως μέρος.

Πράγματι, στη σύγχρονη ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσεως, είναι εμφανής η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου καταναλωτή, δηλαδή του προσώπου που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, ενόψει του ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με ενδεχόμενη συνέπεια τη φαλκίδευση της παρεχόμενης ασφαλιστικής καλύψεως, μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας.

Περαιτέρω όμως, με την ίδια διάταξη, εισάγονται δύο εξαιρέσεις από τον προαναφερόμενο κανόνα. Η πρώτη, αναφέρεται σε διαφορετικού περιεχομένου ειδικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού, όπως είναι οι περιπτώσεις α) του άρθρου 7 παρ. 3, που επιτρέπει, για την κάλυψη των εξόδων από τη λήψη εκ μέρους του λήπτη της ασφαλίσεως των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή ή μείωση της ζημίας, τα οποία βαρύνουν κατά το νόμο τον ασφαλιστή, αντίθετη συμφωνία, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, β) του άρθρου 7 παρ. 6, σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή (της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου), αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, γ) του άρθρου 14 παρ. 4, κατά την οποία, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητα των υπόχρεων ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος (κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία), δ) του άρθρου 18 παρ. 4, που επιτρέπει τη συμβατική τροποποίηση των ρυθμίσεων του άρθρου αυτού για την ανοικτή ασφάλιση, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, ε) του άρθρου 19 παρ. 5, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα συμβατικής τροποποίησης των ρυθμίσεων του νόμου για την ασφάλιση πυρκαγιάς, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους.

Χαρακτηριστικό των περιπτώσεων της εν λόγω εξαιρέσεως, με την οποία ο νομοθέτης απομακρύνεται από τον προαναφερόμενο κανόνα, είναι, όπως γίνεται φανερό, η ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφαλίσεως. Η δεύτερη εξαίρεση αναφέρεται στις ασφαλίσεις μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης και στη θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών, ως εξ ορισμού εμπορικές ασφαλίσεις, οι οποίες κατονομάζονται περιοριστικά. Πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις εμπορικής ασφαλίσεως μεγάλων επαγγελματικών κινδύνων, στις οποίες προκρίνεται από το νομοθέτη, για τη διαμόρφωση των όρων των ασφαλιστικών αυτών συμβάσεων, να αναπτυχθεί πλήρως η συμβατική ελευθερία των μερών, αδέσμευτη από τους προστατευτικούς υπέρ του ασφαλισμένου περιορισμούς του Ν. 2496/1997, η λειτουργία των οποίων δεν βρίσκει εδώ δικαιολογική βάση, εφόσον μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει, ενόψει ιδίως του αντικειμένου της ασφαλίσεως και της επαγγελματικής δραστηριότητας του λήπτη της ασφαλίσεως, η ιδιωτική αυτονομία με όρους ουσιαστικά διαπραγματευτικής ισοδυναμίας (Ολ.ΑΠ 19/2015, Ολ.ΑΠ 14/2013).

Περαιτέρω, με τον Ν. 489/1976 “περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης”, όπως κωδικοποιήθηκε με το π. δ. 237/1986, ρυθμίζεται η υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για ατυχήματα από αυτοκίνητα. Δεν αποκλείεται όμως, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, με το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο ασφαλίστηκε η παραπάνω αστική ευθύνη, να συναφθεί μεταξύ των συμβληθέντων και πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος του οδηγού του αυτοκινήτου. Η ασφάλιση αυτή είναι προαιρετική και ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2496/1997 περί ιδιωτικής ασφαλίσεως, και όχι από τον Ν. 489/1976.

Κατά συνέπειαν, όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι κληρονόμοι του, δικαιούνται να απαιτήσουν από τον ασφαλιστή, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, την καταβολή του συμφωνηθέντος ασφαλίσματος, στην αξίωση τους δε αυτή ουδεμία ασκεί νομική επιρροή η ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας του προκαλέσαντος την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (ΑΠ 1788/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση,  όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: «Στις 13-2-2014 και περί ώρα 17.48 ο … οδηγώντας την υπ’ αριθμ. …δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του και κινούμενος στην περιοχή της Καλλιθέας Αττικής και δη επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος με κατεύθυνση από τον Πειραιά προς τη Γλυφάδα, συγκρούσθηκε με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο … και κινούνταν κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας. Εξαιτίας δε του ενδίκου ατυχήματος ο ως άνω οδηγός της υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας τραυματίσθηκε θανάσιμα, οι δε εφεσίβλητοι τυγχάνουν οι μοναδικοί νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και δη κατά ποσοστό 1/4 η πρώτη και 3/4 ο δεύτερος, εκδοθέντος σχετικά της υπ’ αριθμ. … πράξεως χορηγήσεως κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Αθηνών.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι η ανωτέρω δίκυκλη μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη δυνάμει του υπ’ αριθμ. … πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου και της από 27-6-2013 πρόσθετης πράξεως αυτού στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη, καθώς επίσης και για ή προσωπικό ατύχημα του ως άνω θανόντος οδηγού της με συμφωνηθέν ασφάλισμα ποσού 15.000 ευρώ, καταβλητέο σε περίπτωση θανάτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, όπως άλλωστε και η ίδια η εκκαλούσα συνομολογεί.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα επαναφέρει με τον πρώτο λόγο εφέσεως τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της, ότι το ένδικο ατύχημα εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη και η ίδια απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ως άνω συμφωνηθέντος ασφαλίσματος στους εφεσίβλητους, διότι κατά το χρόνο επελεύσεως αυτού (ατυχήματος) ο θανών οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, και δη κατά ποσότητα 0,76 γραμ./λίτρο αίματος που υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, βρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ΚΟΚ.

Πλην όμως, η επικαλούμενη συμβατική αυτή εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό των δικαιωμάτων των εφεσίβλητων – δικαιούχων του ασφαλίσματος, ως ασθενέστερων μερών της συμβάσεως, μη αφορώσα σε κάθε περίπτωση επαγγελματική χρήση του ασφαλισμένου οχήματος, και, ως εκ τούτου, είναι άκυρη, κατ’  εφαρμογή της αναγκαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 33 παρ. 1 ν. 2496/1997, μη επιφέρουσα ακυρότητα κατά τα λοιπά της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας, που συνιστά και τον πρώτο λόγο εφέσεως, ως αβασίμου».

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι ο όρος εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που περιέχεται στο καταρτισθέν μεταξύ της αναιρεσείουσας και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων ..υπ’ αριθμ.…  πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο, είναι άκυρος, καθόσον αφορά τη συναφθείσα με το ίδιο συμβόλαιο και ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του ν. 2496/1997 περί ιδιωτικής ασφαλίσεως πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος του οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσυκλέτας, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 33 ν. 2496/1997, ενόψει του ότι, με αυτόν επέρχεται περιορισμός των παρεχόμενων από την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως προσωπικού ατυχήματος δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και των ληπτών της ασφαλίσεως εναγόντων, που δεν ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους. Εφόσον δε η ένδικη αξίωση πηγάζει πράγματι από την πρόσθετη ασφάλιση προσωπικού ατυχήματος, που καταρτίσθηκε με το ίδιο ασφαλιστήριο, με το οποίο είχε ασφαλισθεί, κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976, η έναντι τρίτων αστική ευθύνη της μοτοσυκλέτας του ασφαλισμένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως την, έχουσα εφαρμογή εν προκειμένω, διάταξη του άρθρου 33 ν, 2496/1997, αφού η προκειμένη περίπτωση (ασφάλιση ατυχήματος, κατ’ άρθρ. 31 του ίδιου νόμου) δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από την ίδια διάταξη.

Κατόπιν τούτων, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του νόμου και στην συνέχεια έκρινε ότι, ο σχετικός λόγος της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

© INSURANCE EEA 2024. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics