Απόφαση ΣτΕ για τη νομιμότητα Διάταξης του 2007 περί άσκησης διαμεσολάβησης από υπαλλήλους ασφαλιστικών εταιρειών

(Γράφει ο Στυλιανός Χ. Κόκιος, Δικηγόρος Παρ΄Αρείω Πάγω / D.E.S Παν/μίου Παρισίων ΙΙ)

Πρόσφατα εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας  (ΣτΕ),  μετά   από προσφυγή, ενώπιον του, από Σωματεία Διαμεσολαβούντων,  η απόφαση του με αριθμό  777/2019 ( τμήμα Δ’) ,  με την οποία  ακυρώθηκε η διάταξη  της  παραγράφου Κ΄  της Υπουργικής απόφασης  Κ3-8010/8.8.2007 (ΦΕΚ  Β΄1.600.)  του  Υφυπουργού Ανάπτυξης κ. Ι.Παπαθανασίου, που εκδόθηκε /  υπογράφηκε μερικές μέρες πριν την προκήρυξη για   την διεξαγωγή των  βουλευτικών εκλογών  της 16.10.2007 και τη διάλυση της Βουλής.

Η απόφαση  αυτή  είχε σαν θέμα τον « Καθορισμό των απαιτούμενων προϋποθέσεων-εξετάσεων, που αποδεικνύουν την εμπειρία, τις ικανότητες και τις γενικές εμπορικές & επαγγελματικές γνώσεις των διαμεσολαβητών στην Ασφάλιση» και εκδόθηκε  με βάση την εξουσιοδότηση που είχε δώσει το ΠΔ 190 /2006  αλλά και ο νόμος 3557/2007 (ΦΕΚ  100/14-5-2007).

Μεταξύ των άλλων διατάξεων περιλάμβανε,  στη διάταξη του Κ’ , την εξής ρύθμιση   για την οποία αναφέρεται στην αιτιολογική του έκθεση  ότι «με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζεται (το)  θεσμικό  υπαρκτό  ζήτημα της ασφαλιστικής αγοράς»

«Κ. Υπάλληλος ασφαλιστικής επιχείρησης μπορεί να ασκεί πράξεις ασφαλιστικής διαμεσολάβησης χωρίς να υποχρεούται σε εγγραφή στο αρμόδιο Επιμελητήριο, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του, καταβαλλόμενα ως προμήθειες, από τις πράξεις αυτές δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ­).

Εάν τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του από τις πράξεις αυτές υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσό υποχρεούται να εγγραφεί στο αρμόδιο Επιμελητήριο με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ανάγονται στην κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που επιλέγει να εγγραφεί».

Η διάταξη αυτή προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων στην τάξη των διαμεσολαβούντων    στην σύναψη των ασφαλιστικών  συμβάσεων. Οι εκπρόσωποί τους διαμαρτυρήθηκαν , με  υπομνήματα  και παρεμβάσεις  πρός τους αρμοδίους, με βασικό επιχείρημα ότι:

Οι προβλέψεις του  ΠΔ 190/2006  , και   της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αριθμό  2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου (9/15.1/2003)   την οποία ενσωμάτωσε στην Ελληνική νομοθεσία  το πιο πάνω Προεδρικό Διάταγμα   ρητά δεν θεωρούν  Ασφαλιστική  διαμεσολάβηση   τις  δραστηριότητές διαμεσολάβησης , όπως τις όριζε το ΠΔ, όταν  ασκούνται, πλην άλλων περιπτώσεων και  από    υπάλληλο ασφαλιστικής επιχείρησης ,  ο οποίος  ενεργεί  υπό την ευθύνη της ασφαλιστικής  επιχείρησης, χωρίς να διαθέτει τα τυπικά προσόντα ( εμπειρία, ικανότητες και  γενικές εμπορικές & επαγγελματικές γνώσεις  που βεβαιώνοντας μετά από εξετάσεις ). Δεν επετρέπετο  δε   καμιά εξαίρεση  κατά την άσκηση αυτής της δραστηριότητας, δηλαδή όλοι όσοι  διαμεσολαβούν  στην σύναψη ασφαλίσεων , οφείλουν να είναι πιστοποιημένοι και εγγεγραμμένοι  στο Επιμελητήριο. Οι αιτούντες  προς το ΣτΕ, ζητούσαν την ακύρωση της διάταξης και την εφαρμογή του Νόμου ( ΠΔ και Οδηγίας).  Στις διαμαρτυρίες τους αυτές επεσήμαναν ότι  το Συμβούλιο της Επικρατείας,   κατά την επεξεργασία , που προβλέπεται από τον Νόμο (για κάθε ΠΔ πριν την υπογραφή του) , του υπό έκδοση ΠΔ ( που υπογράφηκε και έλαβε  τον αριθμό  190/2006)   και δη στην γνωμοδότηση του 127/2006  αποφάσισε ότι η πρόβλεψη αυτή αντίκειται  στις διατάξεις της  οδηγίας και   γνωμοδότησε ότι είναι διαγραπτέα.
Οι διαμαρτυρίες τους δεν εισακούστηκαν  και οι  διαμεσολαβούντες  αναγκάστηκαν   να ακολουθήσουν  την οδό της Δικαιοσύνης.

Ετσι τα Σωματεία:

=Ενωση Επαγγελματιών Ασφαλιστών Ελλάδος/ «ΕΕΑΕ»,   =Σύλλογος Ασφαλιστικών Πρακτόρων Ν. Αττικής/ «ΣΠΑΤΕ»,

=Πανελλήνιος Σύλλογος Ασφαλιστικών Συμβουλών/ «ΠΣΑΣ», Σύνδεσμος  Ελλήνων Μεσιτών Ασφαλίσεων/ «ΣΕΜΑ» και

=Πανελλήνιος Σύνδεσμος Συντονιστών Ασφαλιστικών Συμβούλων/ «ΠΣΣΑΣ»

Άσκησαν   την από  29.10.2007 αίτηση ακυρώσεως της επίμαχης αυτής διάταξης Κ΄  της Υπουργικής Απόφασης  ενώπιον  του Συμβουλίου της Επικρατείας, με   το πιο πάνω σκεπτικό.

Το  Συμβούλιο της Επικρατείας , το 2011 ανέβαλε την απόφαση επι του θέματος και αποφάσισε να αποστείλει ερώτημα  στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,   ως προς την ερμηνεία της σχετικής   διατάξεως (άρθρο 2 παρ.3 εδ. β)   της Οδηγίας   του 2002.

Το Δικαστήριο της  Ευρωπαϊκής Ένωσης   εξέδωσε το 2013,  την απόφαση του  με την οποία έκρινε ότι

«Οι συνδυασμένες διατάξεις…….  της Οδηγίας……σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση , έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται  στην περιστασιακά και  όχι  κατά κύριο επάγγελμα  άσκηση   δραστηριοτήτων  ασφαλιστικής διαμεσολάβησης  από υπάλληλο  ασφαλιστικής επιχειρήσεως  που δεν διαθέτει τα οριζόμενα …προσόντα όταν ο υπάλληλος αυτός δεν ενεργεί  στο πλαίσιο, της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας που τον συνδέει με την εν λόγω επιχείρηση, ακόμα και αν η επιχείρηση  αυτή ασκεί εποπτεία  επι των δραστηριοτήτων του». Μερικές από τις  σκέψεις  της απόφασης  ήταν ότι:

«το γεγονός  ότι η ασφαλιστική επιχείρηση  ασκεί κάποια εποπτεία επί       των δραστηριοτήτων        του     δεν αποτελεί     επαρκές στοιχείο     για την απαλλαγή του ως άνω διαμεσολαβητή  από την υποχρέωση  να πληροί τα απαιτούμενα  κατά την ..οδηγία προσόντα» αλλά και ότι «η ερμηνεία  αυτή δεν προκύπτει  μόνο από το γράμμα  της Οδηγίας  αλλά είναι επίσης σύμφωνη  τόσο με τον σκοπό   του άρθρου…. Αυτής , που συνίσταται στον αποκλεισμό  από το πεδίο εφαρμογής   της Οδηγίας  μόνον  εκείνες  τις ασφαλιστικές  δραστηριότητες   που αφορούν υπηρεσίες  , τις οποίες προτείνουν  και πωλούν  στους πελάτες  απευθείας  η ασφαλιστική  επιχείρηση η οι υπάλληλοι της  και όχι δραστηριότητες  που αφορούν υπηρεσίες  προτεινόμενες μέσω διαμεσολάβησης, όσο και με τους σκοπούς   της Οδηγίας , στο σύνολο , τους  που συνίστανται   και στην βελτίωση  της προστασίας των καταναλωτών στον τομέα αυτό».  …».

Στην συνέχεια το  Συμβούλιο της Επικρατείας, υιοθετώντας την απόφαση του Δικαστήριου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις σκέψεις του,

αποφάσισε ότι «..Εν όψει των ανωτέρω κριθέντων με την απόφαση του  Δικαστήριου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προσβαλλόμενη διάταξη  της παραγράφου Κ της αποφάσεως  του Υφυπουργού Αναπτύξεως , η οποία επιτρέπει  υπό προϋποθέσεις  την περιστασιακή άσκηση   δραστηριοτήτων ασφαλιστικής διαμεσολάβησης από υπάλληλο  ασφαλιστικής επιχειρήσεως , χωρίς να διαθέτει   τα απαιτούμενα  τυπικά  προσόντα  του άρθρου 4 παρ. 1  της Οδηγίας  αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 2 …της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ, εφόσον οι δραστηριότητες  αυτές δεν ασκούνται στο πλαίσιο της συμβάσεως εργασίας  με την επιχείρηση αλλά στο πλαίσιο άλλης συμβατικής  σχέσεως ( μεσιτείας , έργου κ.α)»  και έκανε δεκτή την αίτηση και ακύρωσε την διάταξη της Υπουργικής Απόφασης.

Η   πιο  πάνω απόφαση  ήταν μια δικαίωση  όσων από την   ασφαλιστική διαμεσολάβηση  διαμαρτυρήθηκαν   έντονα από την πρώτη στιγμή για την  πρόβλεψη , τονίζοντας το παράνομο της.

Η  δικαίωση αυτή   είναι  ηθική  και μόνον,  αφού πλέον  η νομοθεσία  ( με τελευταίο νόμο τον ν. 4583/18 –  γνωστό ως νόμο  IDD)  απαιτεί όπως όλοι οι διαμεσολαβούντες  στην σύναψη  ασφαλίσεων αλλά και όσοι συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή,  καθώς και οι ασχολούμενοι ενεργά με την διαμεσολάβηση στην σύναψη των  ασφαλιστικών  συμβάσεων (π.χ οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών καθώς  και οι υπάλληλοι ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων )  πρέπει «να  κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για την εκτέλεση των εργασιών και την άσκηση των καθηκόντων τους και συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις επαγγελματικών γνώσεων και επάρκειας του Παραρτήματος XIIΙ», , γνώσεις και ικανότητες που διαπιστώνονται με την διενέργεια γραπτής εξέτασης    στις  γνωστικές περιοχές  που προβλέπονται.

Δηλαδή όλοι   όσιοι διαμεσολαβούν  στην σύναψη  ασφαλιστικών συμ,βάςεων η συμμετέχουν και ασχολούνται άμεσα πρέπει  να είναι πιστοποιημένοι.

Το πιο πάνω   παράρτημα ΧΙΙΙ  ως προς τις γνωστικές περιοχές, προβλέπει

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ

Ι. Κίνδυνοι ζημιών που ταξινομούνται στο άρθρο 4 του ν. 4364/2016:

α. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των όρων και των προϋποθέσεων των προσφερόμενων ασφαλιστικών συμβάσεων, περιλαμβανομένων των παρεπόμενων κινδύνων, αν καλύπτονται από τις συμβάσεις αυτές,

β. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας που διέπει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών, η σχετική φορολογική νομοθεσία και το σχετικό κοινωνικό και εργατικό δίκαιο,

γ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών,

δ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης καταγγελιών,

ε. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση αξιολόγησης των αναγκών του πελάτη,

στ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς,

ζ. ελάχιστη απαιτούμεvη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και η. ελάχιστη απαιτούμενη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

ΙΙ. Επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση:

α. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση επενδυτικών προϊόντων που βασίζονται σε ασφάλιση, περιλαμβανομένων των όρων και των προϋποθέσεων και των καθαρών ασφαλίστρων, και, κατά περίπτωση, των καλυπτόμενων και μη καλυπτόμενων από εγγύηση οφειλών,

β. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των διαφόρων επενδυτικών επιλογών για τους ασφαλισμένους, γ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που βαρύνουν

τους ασφαλισμένους,

δ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των συμβολαίων που καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης ζωής και άλλων προϊόντων αποταμίευσης,

ε. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση για την οργάνωση και τα οφέλη που καλύπτονται από εγγύηση του συνταξιοδοτικού συστήματος,

στ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας που διέπει τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και η σχετική φορολογική νομοθεσία, ζ

. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς και της αγοράς των προϊόντων αποταμίευσης,

η. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης καταγγελιών,

θ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση αξιολόγησης των αναγκών του πελάτη, ι. διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων,

ια. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και

ιβ. ελάχιστη απαιτούμενη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα.

ΙΙΙ. Κίνδυνοι ασφάλισης ζωής που ταξινομούνται στο άρθρο 5 του ν. 4364/2016:

α. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση συμβολαίων, περιλαμβανομένων των όρων, των προϋποθέσεων, των καλυπτόμενων από εγγύηση οφελών και, όπου έχει εφαρμογή, των παρεπόμενων κινδύνων,

β. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση για την οργάνωση και τα οφέλη που καλύπτονται από εγγύηση του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Ελλάδα,

γ. γνώση της εφαρμοστέας νομοθεσίας για τις συμβάσεις ασφάλισης, της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή, της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της νομοθεσίας για τη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και, όπου έχει εφαρμογή, της σχετικής φορολογικής νομοθεσίας και της σχετικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας,

δ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση της ασφαλιστικής αγοράς και των αγορών σχετικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών,

ε. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση διαχείρισης καταγγελιών, στ. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση αξιολόγησης των αναγκών των καταναλωτών,

ζ. διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων,

η. ελάχιστη απαιτούμενη γνώση των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας και

θ. ελάχιστη απαιτούμενη επάρκεια στον χρηματοοικονομικό τομέα»

  1. Η νομοθέτηση, με  την  Υπουργική απόφαση  και ο χρόνος που χρειάστηκε  για να εκδοθεί  η απόφαση   του Συμβουλίου της Επικρατείας , είναι πολύ καλά παραδείγματα για το πώς λειτουργεί η Δημοσία Διοίκηση αλλά και η Δικαιοσύνη.

α. Ο κ. Υφυπουργός νομοθέτησε,  παρ΄ όλο που γνώριζε ( ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει) ότι η διάταξη του είναι παράνομη, αφού το είχε επισημάνει  το Συμβούλιο της Επικρατείας με την σχετική γνωμοδότηση του κατά την επεξεργασία του ΠΔ ( επεξεργασία που προβλέπεται από τον Νόμο πριν την υπογραφή ενός ΠΔ) ,  ρητά αναφέροντας ότι  διάταξη που υπήρχε  στο σχέδιο του ΠΔ , όμοια με αυτή που νομοθέτησε  ο κ. Υφυπουργός, «αντίκειται  στις διατάξεις της  οδηγίας και   είναι διαγραπτέα».

Ετσι διεγράφη μεν από το ΠΔ ,   αλλά το επανέφερε και το νομοθέτησε ο κ. Υφυπουργός  και  ουδείς από τα Υπουργείο θέλησε , παρά τις σύσσωμες διαμαρτυρίες όλου του κλάδου των διαμεσολαβούντων και την επισήμανση,  σε όλους τους τόνους,  της παρανομίας, να το καταργήσει, αλλά άφησε την (παράνομη) διάταξη  να παράγει αποτελέσματα.

Το γιατί το γνωρίζει μόνο  η Δημοσία Διοίκηση.

β. Όσο για την Δικαιοσύνη  , με την καθυστέρηση  επι  δώδεκα ολόκληρα χρόνια να εκδώσει την απόφαση της,  επιβεβαίωσε την παθογένεια της στο σημείο αυτό,  με όσες δικαιολογίες και αν υπάρχουν ,  που οδηγεί πολλές φορές σε παραβίαση της   υποχρέωσης  σε δίκαια  δίκη , έννοια που περιλαμβάνει και  για ταχεία απονομή  της δικαιοσύνης  ( που αποτελεί την αρχή της υποχρέωσης για «ταχεία δίκη»). Μια τέτοια  καθυστέρηση  στην πραγματικότητα οδηγεί σε  ουσιαστική αρνησιδικία .

Για την παράβαση αυτή, που   συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης (Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)  έχει καταδικασθεί  η Ελλάδα,  σε αρκετές περιπτώσεις από το Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

Για να αντιμετωπίσει, με κάποιο τρόπο , η Χώρα μας το πρόβλημα αυτό  θέσπισε το Νόμο 4055/2012, στα άρθρα 53 – 60 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα αξιώσεως αποζημιώσεως του πολίτη από το Κράτος, εάν αποδειχθεί 1) ότι συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, 2) ότι πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για την δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος και 3) ότι πρέπει να καθορισθεί το ύψος του ποσού αυτού. Κριτήρια δυνάμει των οποίων κρίνει το δικαστήριο για το εάν οφείλεται να καταβληθεί αποζημίωση στον πολίτη, του οποίου η υπόθεση καθυστέρησε πέραν ενός ευλόγου χρόνου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, είναι η συμπεριφορά του πολίτη και της αντίδικης δημόσιας αρχής κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα της υποθέσεως, η στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και το διακύβευμα, δηλ. η σημασία της υποθέσεως για τον πολίτη.

Βέβαια  πέρα των ανωτέρω, με την καθυστέρηση με την απόφαση αυτή  , που εξεδόθη μετά από τόσα χρόνια,   ουσιαστικά δεν επιλύεται το πρόβλημα,  αφού αυτό ήδη έχει επιλυθεί με άλλες νομοθετικές  παρεμβάσεις,  στον ενδιάμεσο  χρόνο και ούτω η απόφαση αυτή δεν έχει καμμιά πρακτική  σημαία γι΄  αυτούς που προσέφυγαν , σπαταλώντας χρόνο και χρήμα . Ομοιο  χρόνο και χρήμα που σπατάλησαν και οι δικαστές και η γραμματική των υποστήριξη , για να εκδώσουν μια απόφαση που δεν παράγει κανένα  πιά πρακτικό  αποτελέσματα.

Όμως  ενδεχομένως  (  αφού  στις κρίσεις αυτές εξετάζονται  και διατάξεις άλλων κλάδων  του δικαίου  όπως φορολογικού, εργατικού δίκαιου κλπ)  η εκδοθείσα από το  Συμβούλιο  της Επικρατείας  απόφαση , με την οποία  κρίθηκε παράνομη η διάταξη,  από της νομοθέτηση   της ( το 2007) και  ακυρώθηκε,    να  δημιουργήσει δύο παράπλευρα θέματα:

Πρώτον ένα  θέμα   σε σχέση με την Εφορία  και δεύτερον ένα θέμα ως πρός την καταβολή χρημάτων (προμηθειών)  στους υπαλλήλους ,  με βάση την διάταξη , που κρίθηκε παράνομη  και ακυρώθηκε.

Πρώτον: Η Εφορία , κατά τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων  των ασφαλιστικών εταιρειών, ενδεχομένως  μπορεί να θεωρήσει μη νόμιμες,  φορολογικά,    τις καταβολές των προμηθειών  αυτών στους υπαλλήλους , με βάση την  πιο πάνω  διάταξη και να μην τις αναγνωρίσει ως έξοδα με   τις οποίες  συνέπειες , παράγονται κα την φορολογική  νομοθεσία ,  από αυτό.

και

Δεύτερον: Δημιουργείται, στις  ασφαλιστικές εταιρίες,   μια αξίωση να αναζητήσουν  – από τους υπαλλήλους τους,  στους οποίους τυχόν  κατέβαλαν χρηματικά ποσά   ως προμήθειες ,   με βάση την διάταξη που κρίθηκε παράνομη και ακυρώθηκε  –  τα τυχόν καταβληθέντα ποσά , (τουλάχιστον)  με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του Αστικού Κώδικα , αφού  οι καταβολές  αυτές (θα) έχουν γίνει για παράνομη  αιτία.

Θέλω να ελπίζω ότι δεν θα γίνει τίποτα από το δύο αυτά   ενδεχόμενα.

 

 

 

 

 

© INSURANCE EEA 2019. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics