Δικαστική Απόφαση για σχέση ασφαλιστικού συμβούλου & ασφαλιστικής εταιρείας

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Απόφαση με σημαντικό περιεχόμενο που εστιάζει στη σχέση που δημιουργείται μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και απασχολούμενου με σύμβαση έργου σε αυτήν, ασφαλιστικού συμβούλου, προέκυψαν από το Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Ζητήματα που αφορούν τη δημιουργούμενη μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και απασχολούμενου με σύμβαση έργου σε αυτήν, ασφαλιστικού συμβούλου, απασχόλησαν την υπ. αριθμ. .1336/2018 απόφαση του εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε σχετικά με την εις ολόκληρον και αντικειμενική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας, ως προστήσασας τον ασφαλιστικό σύμβουλο (προστηθείς), προς αποζημίωση του εξαπατηθέντος από τον ασφαλιστικό σύμβουλο, πελάτη, ο οποίος πειθόμενος από τις διαβεβαιώσεις του συμβούλου, για την ύπαρξη επενδυτικού προγράμματος της ασφαλιστικής εταιρείας, που εξασφάλιζε μεγάλες αποδόσεις, παρέδωσε σε αυτόν μεγάλο χρηματικό ποσό, το οποίο εν τέλει υπεξαίρεσε ο ασφαλιστικός σύμβουλος .

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό της ως άνω απόφασης, με το οποίο το ως άνω Δικαστήριο δέχτηκε ότι, μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλιστικού συμβούλου, ο οποίος δεν αποτελεί υπάλληλο, ή εργαζόμενο της, υπάρχει σχέση πρόστησης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 922 του Αστικού Κώδικα, που καθιερώνει την αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για κάθε ζημία, που ο προστηθείς προκάλεσε σε τρίτον, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του .

Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης:

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 922ΑΚ ο κύριος, ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία, που ο υπηρέτης, ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Εκ της διάταξης αυτή συνάγεται ότι, η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει : 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμα δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν, η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία, ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σε αυτόν, ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι, η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον προστηθέντα, λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσης του αυτής, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) έδωσε σε αυτόν προς χρησιμοποίηση, για ΄άλλο σκοπό των στην διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν, η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481ΑΚ, 486ΑΚ και 926ΑΚ, που τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας, αν εναχθούν από κοινού .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1569/1985, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 2170/1993 , ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό, ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό του έργο, την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μίας, ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει προπαρασκευάζει προσυπογράφει, ή συνάπτει ο ίδιος, ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβητών, ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης και επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή, κατά την διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Τους αντίστοιχους ορισμούς για τον παραγωγό ασφαλίσεων, μετονονμασθέντα σε ασφαλιστικό σύμβουλο, περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω νόμου ( ως ισχύει τροποποιηθείσα με το άρθρο 36 παρ. 24 του Ν. 2496/1997). Ειδικότερα, κατά την τελευταία αυτή διάταξη …ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό, ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή ασφαλιστικών πρακτόρων . Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου.. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης, ή ασφαλιστικού πράκτορα, ή μεσίτη .

Η νομική φύση της σχέσης του ασφαλιστικού πράκτορα, ή συμβούλου με την ασφαλιστική εταιρεία και η δυνατότητα εκπροσώπησης, ή όχι αυτής, κατά την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, εντεύθεν δε και η δέσμευση της ασφαλιστικής εταιρείας και η παράλληλη τυχόν ευθύνη αυτού έναντι τρίτων εκ των συμβάσεων αυτών, δεν αποκλείουν, εξ ορισμού, την σχέση πρόστησης με την ασφαλιστική εταιρεία, την ευθύνη αυτού εξ αδικοπραξίας για την επ΄ ευκαιρία της ως άνω δράσης του, προξενηθείσα σε τρίτο ζημία, συνεπώς δε και της εις ολόκληρον ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται σχάση πρόστησης (ΑΠ 1441/2014, ΑΠ 530/2014, ΑΠ 316/2009) .

Στην κρινόμενη υπόθεση ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι, ο πρώτος εναγόμενος απασχολούνταν στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, τελώντας πάντοτε υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και τις εντολές αυτής και εκμεταλλευόμενος την σχέση εμπιστοσύνης, που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, του παρέστησε ψευδώς ότι, η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία διέθετε ένα επενδυτικό προϊόν, που αφορούσε την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, το οποίο εξασφάλιζε, τόσο την επιστροφή του κεφαλαίου, όσο και υψηλές αποδόσεις, που θα καταβάλλονταν σε μηνιαία βάση και τον έπεισε να του καταβάλλει τμηματικά το ποσό των 140.000 Ευρώ, προκειμένου να τα επενδύσει σε αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.

Για τον λόγο αυτό του χορήγησε μάλιστα και δύο έγγραφα με το λογότυπο της ασφαλιστικής εταιρείας, που πιστοποιούσαν την καταβολή του ως άνω ποσού, όμως, όπως ;αποδείχτηκε ουδέποτε επένδυσε το ποσό αυτό στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά αντίθετα, ιδιοποιήθηκε παράνομα αυτό. Ο ενάγων, επικαλούμενος την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ασφαλιστικού συμβούλου και την σχέση πρόστησης, που τον συνέδεε με την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον το ως άνω ποσό, καθώς και το ποσό των 20.000 Ευρώ για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί .

Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το Εφετείο, που επιλήφθηκε της έφεσης των εναγομένων κατέληξε στις εξής κρίσεις του, σχετικά με την σχέση, που συνέδεε τον ασφαλιστικό σύμβουλο και την ασφαλιστική εταιρία .

Η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία διατηρούσε τη γενική διεύθυνση και επίβλεψη, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου ασφαλιστικού συμβούλου, όπως άλλωστε αυτό προβλέπονταν και από τη μεταξύ τους σύμβαση, που επιφύλασσε δικαίωμα στην εταιρεία για παροχή οδηγιών και εντολών, προς τον πρποστηθέντα σύμβουλο, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, ενώ παράλληλα, από την σχετική σύμβαση παραγωγικής συνεργασίας με ασφαλιστικό σύμβουλο, που είχε υπογραφεί μεταξύ τους, προβλέπονταν ότι, κατά την διάρκεια της ισχύος της δεν επιτρέπεται στον ασφαλιστικό σύμβουλο να συνεργάζεται με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση. Από την σύμβαση αυτή συνάγεται ότι, ο πρώτος εναγόμενός ασφαλιστικός σύμβουλος είχε μεν την δυνατότητα να ενεργεί ελεύθερα, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την ασφαλιστική εταιρεία, ως προς τον χρόνο, τόπο, τρόπο ανεύρεσης πελατών, αλλά πάντα κινούμενος, υπό τις οδηγίες και υπό την επίβλεψη των οργάνων της ασφαλιστικής εταιρείας .

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, η αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξε ο ασφαλιστικός σύμβουλος, δηλαδή η παράνομη και υπαίτια πράξη αυτού, που έλαβε χώρα κατά κατάχρηση, με αφορμή και εξ αιτίας, της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την προστήσασα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία παρείχε σε αυτόν την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που του διατέθηκαν, αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως και σε κάθε περίπτωση μεταξύ αυτής και της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται στενός αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι, η πρώτη δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την δεύτερη .

Έτσι κρίθηκε ότι, για την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, δηλαδή της παράνομης ιδιοποίησης του ως άνω χρηματικού ποσού με απατηλή ενέργεια, προκειμένου δήθεν αυτός να συμμετέχει στο επενδυτικό πρόγραμμα της δεύτερης εναγόμενης ευθύνεται παράλληλα και η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ως προστήσασα αυτόν στην υπηρεσία της, δεδομένου ότι, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου τελούσε σε εσωτερική συνάφεια, με την εν λόγω υπηρεσία, που του είχε αναθέσει, ως ασφαλιστικού της συμβούλου και τελέστηκε κατά κατάχρηση αυτής και τούτο διότι, η εν λόγω υπηρεσία και η υπηρεσιακή εγκατάσταση του πρώτου εναγομένου σε ιδιαίτερο γραφείο στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, καθώς και η αναγνώριση που αυτός απολάμβανε, χάρη στην επαγγελματική του αποτελεσματικότητα αποτέλεσαν το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση των ζημιογόνων ενεργειών του σε βάρος του ενάγοντα, διότι τα στοιχεία αυτά προσέδωσαν αληθοφάνεια και αξιοπιστία στο περιεχόμενο των ψευδών ισχυρισμών του, κάμπτοντας τις όποιες αμφιβολίες του ενάγοντα, ο οποίος απέβλεπε στην ασφαλή και επικερδή οικονομική επιφάνεια της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και την σύνδεση της με τον πρώτο εναγόμενο ασφαλιστικό σύμβουλο. Συνεπώς υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της υπηρεσίας αυτής και της ζημιογόνου πράξεως, η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει, χωρίς την πρώτη .

Τέλος, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, υπήρξε και οικείο πταίσμα του ενάγοντα στην επελθούσα ζημία του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300ΑΚ, καθώς έκρινε ως αμελή την συμπεριφορά του, – παρά το γεγονός ότι ήταν έμπειρος επιχειρηματίας -, να δεχτεί της ψευδείς διαβεβαιώσεις του ασφαλιστικού συμβούλου για την υπεραπόδοση της επένδυσης του, σε μία δύσκολη οικονομική συγκυρία, καθώς και για το γεγονός ότι, ενώ είχε συμβληθεί και άλλες φορές με την ασφαλιστική εταιρεία και γνώριζε την έγγραφη διαδικασία, που η τελευταία τηρούσε δέχτηκε να καταβάλλει μεγάλο ποσό στον ασφαλιστικό σύμβουλο, χωρίς την λήψη αντίστοιχων παραστατικών και χωρίς να υποβάλλει έγγραφη αίτηση, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις και για τον λόγο αυτό κρίθηκε ότι, ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία, που υπέστη και πρέπει να προσδιοριστεί η συνυπαιτιότητα του σε ποσοστό 50% .

© INSURANCE EEA 2019. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics