Εμπορικά δικαιώματα Συντονιστή μετά από άσκηση ποινικής δίωξης

Γράφει ο Στυλιανός Κόκιος, Νομικός Σύμβουλος του ΠΣΣΑΣ

 

Ο νεαρός Νόμος 4538/2018, που άρχισε να ισχύει από την 18.12.2018 και έχει τίτλο«Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016»,  σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις, στο πλήθος   νέων θεμάτων που  θεσμοθετεί για την Ιδιωτική ασφάλιση  αλλά και το επάγγελμα των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών Πρακτόρων ή Συντονιστών,  έχει  στο άρθρο  5 (και)  νέες διατάξεις σχετικά με τα δικαιώματά   τους,  σε περίπτωση διακοπής  των σχέσεών τους με την ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργάζονται  (εμπορικά δικαιώματα).

Προβλέπει τέτοια δικαιώματα για τις περιπτώσεις :

=Λύσης η λήξης  της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο,

=θανάτου,

=Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας,

=συνταξιοδότησης,

=αλλά και  για την περίπτωση  που  έχει  ασκηθεί ποινική   δίωξη  εναντίον του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής,   ενώ δεν απονέμει δικαιώματα  για την περίπτωση που η σύμβαση λύθηκε με  πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εντελώς νέα διάταξη  για τα εμπορικά δικαιώματα αυτά  σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης.

Η διάταξη στο άρθρο 5 παρ. 3  εδ. 3  έχει ως ακολούθως:

«Αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής, καταβάλλεται στον ασφαλιστικό πράκτορα ή συντονιστή το ήμισυ του ποσού που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή παύσης της ποινικής δίωξης ή εν γένει απαλλαγής του πράκτορα ή του συντονιστή από τις σχετικές κατηγορίες,η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει εντόκως στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή το ποσό που υπολείπεται. Αντίθετα, αν ο πράκτορας ή ο συντονιστής καταδικαστεί αμετάκλητα, επιστρέφει εντόκως το ποσό που έλαβε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης»

Το δε πρώτο εδάφιο της ίδιας διάταξης ( άρθρο 5 παρ. 3 εδ. 1) προβλέπει

«Αν, για οποιονδήποτε λόγο, λυθεί η σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων,η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, και αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, γι’ αυτό το διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση.

Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη για το ασφαλιζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αντικείμενο, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης.

Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα, με αναλυτική κατάσταση, τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή για τη διατηρούμενη σε ισχύ παραγωγή του και τις προμήθειές του που αναλογούν σε αυτή»

Η διάταξη αυτή θέτει πλήθος ερμηνευτικών και λοιπών  προβλημάτων, για τα οποία θα επιχειρήσω μια πρώτη προσέγγιση.

 

  1. ΑΣΚΗΣΗ  ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ

α. Η θεμελιώδης ενέργεια με την οποία αρχίζει η ποινική διαδικασία  είναι η έναρξη   της ποινικής δίωξης  (άρθρο 43 ΚΔΔ) δηλαδή η ενέργεια  εκείνη με την οποία   τίθεται  στην κρίση   του ποινικού δικαστή  η αξιόποινη πράξη  που φέρεται ότι τελέστηκε   και – ενδεχομένως αν είναι γνωστός  και δεν γίνεται δίωξη κατ΄ αγνώστου προσώπου-ο φερόμενος ως δράστης  της  πράξης αυτής,   για να διαπιστωθεί  αν πραγματικά  τελέστηκε   η πράξη  και αν ο κατηγορούμενος ,  για την τέλεσήτης,  είναι ο πραγματικά ένοχος(βλ. Αργυρίου Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο Β΄έκδοση 1998  σελ.  284).

β. Για να κινηθεί η ποινική δίωξη απαιτείται  είτε  καταγγελία  ενός προσώπου, που θεωρεί ότι  προσβλήθηκε ή ζημιώθηκε  (ο παθών ή ο αδικηθείς)  που ονομάζεται έγκληση και χρειάζεται για μια σειρά από αδικήματα  είτε  αυτεπάγγελτα  από την Πολιτεία, η οποία επιλαμβάνεται μόνη της ή μετά από αναφορά  ή αίτηση ή  μήνυση κάποιου πολίτη ή Αρχής. Μία από  τις διαφορές μεταξύ έγκλησης, που υποβάλλεται από τον παθόντα  και αυτεπάγγελτης δίωξης είναι ότι  την έγκληση έχει δικαίωμα αυτός που την υποβάλλει να την ανακαλέσει και να παύσει η ποινική δίωξη.

Η καταγγελία μιας αξιόποινης πράξης γίνεται είτε απ΄ ευθείας στην Εισαγγελία είτε σε ένα οποιονδήποτε ανακριτικό  υπάλληλο (π.χ. Αστυνομία, Λιμενικό κλπ).

γ. Η μήνυση / έγκληση / αναφορά  (στο εξής θα αναφέρεται ως μήνυση) αυτή, κατά τον Νόμο  (άρθρο 43  Κώδικα Ποινικής Δικονομίας)  παραδίδεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος εξετάζει την νομική και ουσιαστική  βασιμότητά  της, χαρακτηρίζει το αδίκημα  και, κατά την κρίση του,  είτε ασκεί ποινική δίωξη και   παραγγέλλει

=προανάκριση (την οποία  υποχρεούνται να διενεργήσουν  και μόνοι τους οι προανακριτικοί υπάλληλοι, χωρίς να έχει ειδοποιηθεί ο Εισαγγελέας και χωρίς  να  έχει ασκηθεί  ποινική αν π.χ. πρόκειται για αυτόφωρο αδίκημα)    ή

=κυρία ανάκριση ή

=διατάσσει την απ΄ ευθείας  παραπομπή  στο ακροατήριο για εκδίκαση της υποθέσεως, είτε  θέτει την μήνυση στο Αρχείο, εκδίδοντας  μια διάταξη, χωρίς να ασκήσει ποινική δίωξη.

Έχει όμως την δυνατότητα ο Εισαγγελέας   σε περίπτωση που κρίνει ότι    δημιουργείται αμφιβολία  σχετικά με την βασιμότητα της  μήνυσης να ενεργήσει ο ίδιος ή  να διατάξει  (συνήθως σε Πταισματοδίκες) προκαταρκτική εξέταση , χωρίς να  ασκήσει ποινική δίωξη.

Μετά  την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής αυτής εξέτασης(με κλήση μαρτύρων,  συλλογή εγγράφων κλπ)  η μήνυση επιστρέφεται στον Εισαγγελέα   για να  αποφασίσει  την άσκηση της ποινικής δίωξης και να παραγγείλει όσα ανάφερα πιο πάνω(προανάκριση, ανάκριση, απ΄ευθείας  παραπομπή  στο ακροατήριο ή θέση στο  Αρχείο).

Προβλέπεται όμως και διαδικασία να ανασυρθεί η μήνυση από το Αρχείο, με εντολή  του Εισαγγελέα Εφετών, που δρα αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου προσώπου,   που κατήγγειλε το αδίκημα, και να παραγγελθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα να ασκήσει την ποινική δίωξη.

δ. Όπως γίνεται αντιληπτό,  με  όσα  συνοπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφενός, δεν συμπίπτει η  υποβολή μιας μήνυσης  με την πράξη της άσκησης ποινικής δίωξης και αφετέρου, από την ημέρα της υποβολής μιας μήνυσης μέχρι την άσκηση  της ποινικής δίωξης  μεσολαβεί χρονικό διάστημα, που αρκετές φορές μπορεί να είναι πολύ μεγάλο.

Στην πιο απλή περίπτωση από την στιγμή που μια μήνυση υποβληθεί σε ένα π.χ.Αστυνομικό  Τμήμα, το οποίο πρέπει  να την στείλει στην γραμματεία της Εισαγγελίας (αφού πιθανόν διενεργήσει και προανάκριση) και εκείνη να την παραδώσει  (χρεώσει) στον αρμόδιο Εισαγγελέα, για να την εξετάσει και αποφασίσει  όσα ανάφερα πιο πάνω, χρειάζεται  χρονικό διάστημα αρκετών μηνών, ενώ αν  διαταχθεί  προκαταρτική εξέταση το χρονικό διάστημα  από μήνες μπορεί να γίνει χρόνος (ή σπανιότερα, χρόνια).

Και τέλος  στην περίπτωση της  θέσης της μήνυσης στο Αρχείο και διάταξης από τον Εισαγγελέα Εφετών  για την άσκηση ποινικής  δίωξης (που σημαίνει διαβίβαση της εντολής   στην Γραμματεία  της Εισαγγελίας,  παράδοσή της  στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εξέταση απ΄ αυτόν,  διάταξη πιθανόν προκαταρκτικής εξέτασης,  επαναφορά στην Γραμματεία κλπ),το χρονικό διάστημα είναι σίγουρα  χρόνια.  (μου έχει τύχει να  διαταχθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών η άσκηση ποινικής δίωξης λίγο πριν συμπληρωθούν πέντε χρόνια).

ε. Με δεδομένο ότι ο χρόνος παραγραφής  των πλημμελημάτων είναι πέντε χρόνια και των πιο σοβαρών αδικημάτων – των κακουργημάτων –   δεκαπέντε  (ή και είκοσι)  χρόνια  και μέσα σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα πρέπει να έχει ασκηθεί η ποινική  δίωξη και να  επιδοθεί  και κλήση για να δικασθεί ο κατηγορούμενος ( δίκη που πρέπει να ολοκληρωθεί  μέσα  σε οκτώ χρόνια για τα πλημμελήματα και μέσα σε 15 ή 20  χρόνια για τα κακουργήματα) γίνεται πια αντιληπτό ότι, κυρίως για τα  κακουργήματα,  δεν υπάρχει   βιασύνη   από τις Εισαγγελικές Αρχές για την άσκηση ποινικής  δίωξης,   πέρα του ότι , τουλάχιστον για την  Εισαγγελία Αθηνών,  ο φόρτος εργασίας είναι τόσο μεγάλος και από  αυτό  και μόνον τον λόγο υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις μέχρι την στιγμή της άσκησης της ποινικής δίωξης  ακόμα και για τα πλημμελήματα.

στ. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση μιας καταγγελίας σύμβασης του ασφαλιστικού   διαμεσολαβητή πράκτορα ή συντονιστή,  που θα στηρίζεται σε μήνυση της  εταιρείας – για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής -θα βρισκόμαστε σε  μια καταγγελία με βάση  την διάπραξη αξιόποινης πράξης ,  με κατάθεση μήνυσης   από την εταιρεία, αλλά  χωρίς να  έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, που θα συμβεί (ή δεν θα συμβεί) μετά από μήνες ή/και χρόνια.

ζ. Κατόπιν των ανωτέρω ανακύπτει το προφανές ερώτημα:

Σε τι ύψος πρέπει να καταβληθεί  το ποσό που προβλέπει  ο Νόμος, από την εταιρεία προς τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή Πράκτορα ή Συντονιστή, του οποίου  η σύμβαση καταγγέλθηκε με την κατάθεση μήνυσης εναντίον του για τέλεση αξιόποινης πράξης από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής, αφού προφανώς πρέπει να καταβληθεί κάποιο ποσό;

Δύο είναι οι δυνατές εκδοχές:

α.Είτε  πρέπει να καταβληθεί   το σύνολο  του ποσού  που προβλέπεται και όχι το μισό,  αφού υπάρχει καταγγελία και λύση ή λήξη της σύμβασης για «οποιονδήποτε  λόγο» (όπως προβλέπει  το ανωτέρω άρθρο 5 στην παρα. 3 εδ. 1)   και δεν έχει ασκηθεί ποινική  δίωξη.

β.Είτε πρέπει  να καταβληθεί   τουλάχιστον το μισό του ποσού,  όπως στην περίπτωση  της άσκησης της ποινικής δίωξης.

Την εκδοχή αυτή δεν την θεωρώ ορθή και ανταποκρινόμενη  στη διάταξη,   αφού δεν πληρούται η προϋπόθεση που προβλέπει η διάταξη, δηλαδή δεν θα έχει ασκηθεί  ποινική δίωξη.

Θεωρώ  δε ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί η άποψηότι θα  πρέπει να γίνει καταβολή του μισού του ποσού,  λόγω   της «αναμενόμενης» άσκησης ποινικής  δίωξης,  μετά την υποβληθείσα μήνυση,    διότι η   άσκηση της ποινικής δίωξης  δεν  μπορεί να προβλεφθεί,  δηλαδή  δεν μπορεί να είναι αναμενόμενη μετά πλήρους πεποιθήσεως. Δεν μπορεί  δηλαδή να προβλεφθεί  αν και πότε θα ασκηθεί ποινική δίωξη , αφού,  όπως ανάφερα ανωτέρω,  είναι δυνατόν να μην ασκηθεί ποτέ,  με την θέση της μήνυσης  στο αρχείο,  για νομικό ή ουσιαστικό λόγο

(πχ. λόγω  μη κατάθεσης  της μήνυσης  μέσα στον χρόνο  =  τρίμηνο =  που προβλέπεται για την κατάθεση,  για τα αδικήματα που διώκονται μόνον με έγκληση του αδικηθέντος και όχι  αυτεπάγγελτα, λόγω μη προσκόμισης του αναγκαίου παραβόλου για την κατάθεση της μήνυσης, λόγω  ύπαρξης νόμου,  που πιθανόν να έχει ψηφισθεί την μέρα της καταγγελίας,  με τον οποίο να  προβλέπεται  η εξάλειψη του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης αξιόποινων πράξεων  – βλ. κατωτέρω υπό 3 –  και,  γιατί όχι, λόγω  θανάτου του μηνυθέντος ή λόγω παραίτησης από την εταιρεία, σε όσα αδικήματα επιτρέπεται,  από την μήνυση που έχει κατατεθεί).

Έτσι θεωρώ ορθό, λαμβανομένου υπόψη και  του χρόνου που θα χρειαστεί για την άσκηση της ποινικής δίωξης, ότι πρέπει να καταβληθεί το σύνολο της αποζημίωσης.

Βέβαια   σε περίπτωση, που επακολουθήσει  άσκηση ποινικής δίωξης, τότε η εταιρεία θα έχει το δικαίωμα,

α.αν  μεν  η ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά την πάροδο της τριετίας,να αναζητήσει το ποσό, πάνω το μισό, που  θα έχει  καταβάλει,

β.αν δε η ποινική δίωξη ασκήθηκε πριν την πάροδο της τριετίας,  να  συνεχίσει, από το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την συμπλήρωση της τριετίας,  να καταβάλλει  το μισό του ποσού και  αναζητήσει όσο ποσό πάνω το μισό θα έχει καταβάλει.

Η νομική διαδικασία για  την αναζήτηση στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να  είναι π.χ με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό  ως «αχρεωστήτως καταβληθέντα» κλπ.

  1. ΑΘΩΩΣΗ – ΠΑΥΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ – ΑΠΑΛΛΑΓΗ

Μετά την άσκηση της ποινικής δίωξηςκαι την καταβολή στον Πράκτορα ή Συντονιστή,  του μισού  ποσού που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, υπάρχει πρόβλεψη στην νέα αυτή διάταξη του Νόμου, του τι θα συμβεί σε περίπτωση καταδίκης του (πρόβλεψη που είναι ότι επιστρέφει ό,τι ποσό έχει λάβει έντοκα) αλλά και σε περίπτωση  αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή παύσης της ποινικής δίωξης ή εν γένει απαλλαγής του από τις σχετικές κατηγορίες (πρόβλεψη που είναι ότι πρέπει να του καταβληθεί  το υπόλοιπο μισό ποσό έντοκα).

Μπορεί όμως να υπάρξει στις προβλέψεις αυτές κάποιο πρόβλημα.

Το Κράτος, κατά χρονικά διαστήματα,εκδίδει νόμο, με τον οποίο  προβλέπεται  η  εξάλειψη του αξιοποίνου και η παύση της ποινικής  δίωξης ορισμένων αξιόποινων πράξεων, για λόγους  κοινωνικής ειρήνης αλλά κυρίως για λόγους αποσυμφόρησης των φυλακών. Τελευταίος τέτοιος  νόμος  είναι ο ν.4411/2016 (άρθρο 8).

Όλοι αυτοί οι νόμοι, που προβλέπουν  την εξάλειψη του αξιοποίνου και την παύση της ποινικής δίωξης,  έχουν διάταξη  κατά την οποία  «Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1, ο υπαίτιος υποπέσει, μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου,  σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα, οποτεδήποτε,  σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ’ αυτού παυθείσα ποινική δίωξη»

Η πιο πάνω πρόβλεψη σημαίνει ότι αν,  για το αδίκημα για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη,   εκδοθεί νεότερος νόμος,  με τον οποίο εξαλείφεται το αξιόποινο και   παύσει η ποινική δίωξη, ο ασφαλιστικός  διαμεσολαβητής πράκτορας η συντονιστής  δικαιούται να λάβει το σύνολο του ποσού και όχι το μισό και θα  πρέπει   το ποσό αυτό να του καταβληθεί.

Όμως  η καταβολή  αυτή θα είναι  υπό αίρεση. Αυτήν της μη τέλεσης άλλου αδικήματος,  κατά τους όρους της ανωτέρω προβλέψεως και της μη αμετάκλητης καταδίκης του.

Όλα αυτά όμως  χρειάζονται χρόνια  για να γίνουν και σε όλα αυτά τα χρόνια  θα υπάρχει και  θα παρατείνεται η εκκρεμότητα του αν ο πράκτορας ή ο συντονιστής  θα   έχει τελικά  δικαίωμα  στο  σύνολο ή  στο  μισό  ποσό που «δικαιούται»  ή  αν θα  πρέπει να επιστρέψει το ποσό που έλαβε (το μισό από αυτό που δικαιούται)  με την παύση της ποινικής δίωξης  και την εξάλειψη του αξιοποίνου,   με νόμο όπως ο πιο πάνω.

Τέλος, να επισημάνω ότι ένας από τους λόγους με τους οποίος παύει η ποινική δίωξη είναι και ο θάνατος του προσώπου  για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη.

Με τον τρόπο αυτό παύσης της ποινικής δίωξης  δημιουργείται  το δικαίωμα  να διεκδικηθεί   το υπόλοιπο του ποσού  που προβλέπει ο νόμος (το υπόλοιπο μισό). Η αξίωση αυτή που γεννιέται με τον θάνατο το δικαιούχου, θεωρώ ότι μεταβιβάζεται (κληρονομείται)   στους  κληρονόμους  του θανόντος, με βάση την γενική  αρχή του κληρονομικού  δικαίου,  κατά την οποία  όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του θανόντοςπεριέρχονται στους κληρονόμους του.

  1. ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΠΟΣΟ σε ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

Οι νέες  διατάξεις περί εμπορικών δικαιωμάτων του νεαρού νόμου αναφέρονται σε καταβολή «ποσού  που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, και αναλογεί στην παραγωγή του». (ομοίως και στις διατάξεις  του Νόμου για δικαίωμα του Πράκτορα και Συντονιστή,    σε περίπτωση λύσεως λόγω άσκησης ποινικής δίωξης, θανάτου, Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας και συνταξιοδότησης αναφέρεται η λέξη «ποσό».)

Η πρόβλεψη αυτή είναι διαφορετική από αυτήν των νόμων που ίσχυαν μέχρι σήμερα και πρόβλεπαν ως εμπορικό δικαίωμα την καταβολή«προμήθειας».

Η διαφοροποίηση του χαρακτηρισμού αυτού των χρημάτων που πρέπει να καταβληθούν από «προμήθεια» σε «ποσό», θεωρώ ότι είναι σημαντική.

Με τον χαρακτηρισμό των χρημάτων αυτών ως «προμήθεια»,   οι καταβολέςαυτέςαποτελούσανεισόδημα από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητος, με όλες τις επιπτώσεις από αυτό.

Γνωρίζω ότι,ασφαλιστική εταιρεία  δήλωνε τα χρήματα αυτά, που κατέβαλε,  στον Κωδικό 403 στην Δήλωση φόρου Εισοδήματος, ο οποίος  αναφέρεται «σε ακαθάριστα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα για μη επιτηδευματίες».

Η ερμηνεία και πρακτική αυτή  επιβάρυνε σημαντικά, τους διαμεσολαβητές Πράκτορες  ή Συντονιστές, που  δικαιούνταν και εισέπρατταν  τα χρήματα αυτά, στον φόρο  εισοδήματος τους που έπρεπε να  καταβάλλουν, αφού προστίθεντο στα εισοδήματά τους και γενικά υπολογίζονταν  για τις  ασφαλιστικές εισφορές , για την  προκαταβολή  φόρου επομένου έτους,  την εισφορά αλληλεγγύης. κλπ., ενώ, σε περίπτωση που οι διαμεσολαβητές αυτοί είχαν συνταξιοδοτηθεί ,  τους δημιουργούσε  προβλήματα με πιθανή περικοπή της σύνταξής τους αλλά και γενικότερα,  αφού, μετά την  συνταξιοδότησή του,   ο Πράκτορας ή ο Συντονιστής παύει να  είναι εγγεγραμμένος   στο Επιμελητήριο και έτσι δεν έχει Κωδικό  επαγγέλματος, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να εισπράξει αμοιβή/προμήθειες από την Εταιρεία.

Όμως πλέον,  με την πρόβλεψη ότι οι καταβολές αυτές δεν χαρακτηρίζονται «προμήθεια» αλλά απλά «ποσό» (ο προσδιορισμός του οποίου γίνεται με βάση τις προμήθειες, όπως θα μπορούσε να γίνει  με βάση με κάποια άλλη παράμετρο, όπως π.χ. σε ποσοστό  της συνολικής αύξησης των ασφαλίστρων της εταιρείας, με την τιμή ενός  καταναλωτικού αγαθού κλπ), θεωρώ ότι δίνει τη δυνατότητα να χαρακτηρισθούν οι καταβολές αυτές ως αποζημίωση, που από φορολογικής απόψεως δεν θα έχει σχέση με το εισόδημα αλλά θα φορολογείται κατ΄ αποκοπή, όπως όλες οι καταβαλλόμενες αποζημιώσεις

© INSURANCE EEA 2019. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics