Γαστρονομικός τουρισμός και οινοτουρισμός

Γράφει η Δρ. Αλεξία Κουτρουλιά

Γράφει η Δρ. Αλεξία Κουτρουλιά

Στην προσπάθεια των διάφορων χωρών να αυξηθεί ο τουρισμός κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου, δημιουργήθηκαν διάφορες μορφές τουρισμού. Μία από τις βασικότερες είναι ο γαστρονομικός τουρισμός. Σ’ αυτό το άρθρο, θα διαπιστώσετε πόσο σημαντικό είναι το φαγητό για τους επισκέπτες, τι πρέπει να προσέχουν τα εστιατόρια και ποιες ενέργειες μπορούν να πραγματοποιηθούν για να αυξηθεί ο γαστρονομικός τουρισμός.

Αρχικά, θα ήθελα να ορίσω τι είναι γαστρονομικός τουρισμός. Ο γαστρονομικός τουρισμός αναφέρεται στον τουρισμό ή στο ταξίδι που εν μέρει έχει ως κίνητρο ένα ενδιαφέρον για φαγητό και ποτό (Santich,Β. 2004: 19). Δηλαδή,  αναφέρεται ως ταξίδι για την αναζήτηση και απόλαυση φαγητού και ποτού αλλά επεκτείνεται και σε δράσεις πέραν της γευστικής εμπειρίας  (Smith, S., Costello, C., 2009: 99).
Το φαγητό αποτελεί σημαντική παράμετρο στο φαινόμενο του τουρισμού. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, για το 44% των ταξιδιωτών ανά τον κόσμο το φαγητό αποτελεί ένα από τα τρία κριτήρια επιλογής του τόπου που θα επισκεφθούν (Foodservice, 2009: 36). Για αυτό, πολύ σημαντική είναι η δημιουργία θετικής προδιάθεσης μέσα από διαφημιστικές καμπάνιες που προωθούν το περιπετειώδες και ενδιαφέρον αυθεντικό φαγητό (Ryu, & SooCheong (Shawn), 2006: 514).
Επιπλέον, τα στελέχη του μάρκετινγκ χρειάζεται να δίνουν προσοχή στη θετική δια στόματος διασπορά της εμπειρίας της τοπικής κουζίνας, ώστε να παράγουν θετικές πεποιθήσεις για έναν συγκεκριμένο τουριστικό προορισμό. Την ίδια στιγμή, οι εστιάτορες πρέπει  να κατανοούν τις προσωπικές προσδοκίες των τουριστών και να παρέχουν ικανοποιητική εξυπηρέτηση σ’ αυτούς μέσα από την ανάπτυξη νέων φαγητών με εξωτική γεύση και αυθεντικά συστατικά (Ryu, & SooCheong [Shawn], 2006: 515).
Το αυξανόμενο ενδιαφέρον των τουριστών για τις γαστρονομικές αναζητήσεις και απολαύσεις οδήγησε στην εξειδίκευση του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος. Συγκεκριμένα, εδώ και τρεις δεκαετίες τα τουριστικά γραφεία που δραστηριοποιούνται στη γαλλική αγορά με εύπορους επισκέπτες προσφέρουν πλέον ένα ιδιαίτερο πακέτο διακοπών, γνωστό με την ονομασία «tourisme de terroir». Ουσιαστικά, πρόκειται για επισκέψεις σε περιοχές που διαθέτουν οργανωμένες αγροτουριστικές μονάδες και εστιατόρια υψηλών προδιαγραφών και προσφέρουν χαρακτηριστικά πιάτα της τοπικής κουζίνας. Η ταξιδιωτική εμπειρία ενισχύεται με περιηγήσεις σε μνημεία ιστορικού ή πολιτιστικού ενδιαφέροντος, αλλά και επισκέψεις σε οινοποιεία, αμπελώνες, φάρμες, μικρά παρασκευαστήρια παραδοσιακών ειδών διατροφής, ακόμα και καταστήματα delicatessen. Τα προγράμματα tourisme de terroir απαιτούν την ενεργό συμμετοχή του ίδιου του επισκέπτη σε μία σειρά από δραστηριότητες, όπως τα μαθήματα μαγειρικής ή τη  συλλογή συστατικών από χωράφια ή κτηνοτροφικές μονάδες. Αυτά τα διαδραστικά προγράμματα αποτελούν τον πυρήνα του γαστρονομικού τουρισμού, ενός εναλλακτικού τρόπου διακοπών όπου κυριαρχεί η κουλτούρα της γεύσης.
Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, οι κυριότερες επιμέρους ενέργειες που ανήκουν στην κατηγορία του γαστρονομικού τουρισμού στο πλαίσιο του επιχορηγούμενου «εναλλακτικός τουρισμός» είναι οι ακόλουθες (Οδηγός Πράξης Εναλλακτικός Τουρισμός, 2011: 10): α) διακριτή ενσωμάτωση της τοπικής κουζίνας στα προσφερόμενα εδέσματα, β) δημιουργία ή/και διάχυση γαστρονομικών και οινοτουριστικών διαδρομών, γ) επισκέψεις σε μονάδες και εργαστήρια παραγωγής και μεταποίησης τοπικών προϊόντων (παραδοσιακά ελαιοτριβεία, αγροκτήματα, αμπελουργικές ζώνες, οινοποιεία, εργαστήρια κ.λπ.), δ) γευσιγνωσία, ε) εκπαιδευτικές ξεναγήσεις, στ) ειδικές εκθέσεις μόνιμου χαρακτήρα, ζ) εφαρμογές εικονικής περιήγησης και η) ψυχαγωγικές εκδηλώσεις.
Ορισμένοι ακαδημαϊκοί έχουν επισημαίνει το γεγονός ότι «αν και η μεσογειακή δίαιτα αποτελεί μόδα και συστατικό του σύγχρονου lifestyle, δεν έχουμε κατορθώσει να αναδείξουμε την Ελλάδα ως κοιτίδα του συγκεκριμένου τρόπου  διατροφής, δεν την εκμεταλλευόμαστε ως θησαυρό ανάπτυξης του τουριστικού προϊόντος  της χώρας μας», (Καραγιάννης, Δ., καθηγητής  στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Foodservice, 2009: 36). Αντίθετα, στις Η.Π.Α. οι ασχολούμενοι με τον τουρισμό έχουν συνειδητοποιήσει τη σημαντική συμβολή της εστίασης στην ενίσχυση της τουριστικής ανάπτυξης. Βασικός στόχος των σχετικών εκδηλώσεων ευρείας κλίμακας που γίνονται παντού στις ΗΠΑ είναι η προσέλκυση μεγάλου αριθμού επισκεπτών (εγχώριων και αλλοδαπών) καθώς και προβολής από τα μέσα ενημέρωσης (Smith, S., Costello, C., 2009: 107).
Αξίζει να σημειωθεί ότι «εκ πρώτης όψεως, το μέγεθος της ταξιδιωτικής αγοράς που σχετίζεται με το φαγητό και τη γαστρονομία μπορεί να φαίνεται μικρό, ωστόσο, αποδεικνύεται εξαιρετικά σημαντικό για την οικονομία ενός τόπου, επειδή οι επισκέπτες που ακολουθούν τις οδούς του γαστρονομικού τουρισμού διαθέτουν την οικονομική άνεση και την κουλτούρα να επενδύσουν σημαντικά χρήματα για την ικανοποίηση του ουρανίσκου τους» (Hall, M., καθηγητής Μάρκετινγκ στο πανεπιστήμιο του Canterbury στη Νέα Ζηλανδία, FoodService, 2009: 38). Το προφίλ των «γαστροτουριστών» σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικών ερευνών (ΣΕΤΕ, 2009: 14), έχει ως εξής: πρόκειται για τουρίστες που ανήκουν κατά πρώτο λόγο στην ηλικιακή ομάδα  30-50 ετών και δευτερευόντως στην ηλικιακή ομάδα 51-64 ετών. Οι τουρίστες αυτοί: α) είναι επαγγελματικά καταξιωμένοι, β) έχουν υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα από το μέσο τουρίστα, γ) έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από το μέσο τουρίστα, δ) είναι περιπετειώδεις και έμπειροι ταξιδιώτες και ε) ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό του προορισμού τους και δαπανούν μεγάλο ποσοστό του ταξιδιωτικού προϋπολογισμού σε δραστηριότητες γαστρονομικού ενδιαφέροντος.
Ως προς τις πρακτικές και τα οφέλη δημοφιλών γαστρονομικών προορισμών, η ανωτέρω μελέτη του ΣΕΤΕ διαπιστώνει τα ακόλουθα (ΣΕΤΕ, 2009: 24-25): α) οι δημοφιλείς γαστρονομικοί προορισμοί σχεδιάζουν ειδικά για τους τουρίστες ένα μίγμα προϊόντων, υπηρεσιών, και δραστηριοτήτων που αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά προϊόντα, τη μοναδικότητα και την παράδοση ενός τόπου, β) οι διεθνώς καθιερωμένοι και δημοφιλείς γαστρονομικοί προορισμοί αναδεικνύουν κατά προτεραιότητα την τοπική κουζίνα, γ) στα εστιατόρια και τις επιχειρήσεις εστίασης δημοφιλών γαστρονομικών προορισμών προσφέρεται τοπική κουζίνα σε ποικιλία και σε προσιτές τιμές, δ) ο «γαστρονομικός πατριωτισμός» επιβραβεύεται οικονομικά αφού τα καλά εστιατόρια τοπικής κουζίνας τυγχάνουν δωρεάν προβολής από τα Μέσα ενημέρωσης, τους ταξιδιωτικούς οδηγούς, το διαδίκτυο και τους τοπικούς ή εθνικούς τουριστικούς οργανισμούς, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσθετη πελατεία και κέρδη, ε) οι κορυφαίοι γαστρονομικοί προορισμοί ισχυροποιούν την ταυτότητα του προορισμού, αναδεικνύοντας τοπικά στοιχεία, ενισχύουν την ποικιλία με ανάπτυξη νέων προϊόντων, συνδέουν την κουζίνα με την πολιτιστική κληρονομιά, συνδέουν τον τουρισμό με την παραγωγική βάση, έχουν ισχυρή διαδικτυακή παρουσία και διαθέτουν εκπαιδευμένα στελέχη.

© INSURANCE EEA 2019. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics