Η IDD και τι φέρνει στην καθημερινότητα της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης

Σημαντικά σημεία της IDD και ευρύτερα της νέας νομοθεσίας που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, έχουν χρηστικό ρόλο και η εφαρμογή-τήρησή τους αποτελεί προϋπόθεση για την εφεξής λειτουργία του επαγγέλματος επισήμανε η πρόεδρος της ΕΕΑΕ κυρία Δ. Λύχρου στην εκδήλωση της ΕΑΔΕ που με την στήριξη του ΕΕΑ πραγματοποιήθηκε Παρασκευή 18 Ιανουαρίου στo Ξενοδοχείο Divani Caravel. Η συμβολή,  της προέδρου της ΕΕΑΕ, στις νομοθετικές εξελίξεις που αφορούν τον κλάδο είναι μεγάλη, και μέσα από τη συνοπτική της παρουσίαση δίνει το στίγμα της νέας εποχής που εισήλθε η ασφαλιστική διαμεσολάβηση.

Ομιλία Δήμητρα Λύχρου 

«Θα περιορισθώ σε πολύ συγκεκριμένες αναφορές του νόμου που άλλες ενισχύουν προϋπάρχουσες διατάξεις και άλλες εισάγονται για πρώτη φορά και στοχεύουν να λύσουν προϋπάρχουσες αδυναμίες.
Όπως ήταν αναμενόμενο μετά την εφαρμογή της οδηγίας Solvency II για τη Φερεγγυότητα των Ασφαλιστικών Εταιρειών, ήρθε και  η σειρά της Οδηγίας 2016/97 της IDD – , για  να επιβάλει και νέους κανόνες στους Διανομείς των ασφαλιστικών προϊόντων.

Ο λόγος που οδήγησε στην αναζήτηση νέων αυστηρών κανόνων στην επαφή με τον πελάτη, ήταν η διαπίστωση των εποπτικών αρχών ότι οι καταναλωτές, σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουν υποστεί σοβαρές συνέπειες από αγορές υπηρεσιών και προϊόντων, που είτε ήταν ακατάλληλα γι’ αυτούς, είτε δεν ήταν επαρκώς κατανοητά.

Οι εποπτικές αρχές έχοντας στο επίκεντρο την ανάγκη για προστασία του καταναλωτή, δημιούργησαν την Οδηγία IDD, που ήδη ως Ν 4583 σηματοδοτεί μεγάλες αλλαγές στην ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών προϊόντων.

Ο Νόμος από τη δημοσίευσή του εφαρμόζεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σε όλα τα κανάλια διανομής, στις απ’ ευθείας πωλήσεις και στις ιστοσελίδες σύγκρισης τιμών.

Και εδώ μιλούμε για Διανομή και όχι Διαμεσολάβηση, γιατί επιβάλλονται οι ίδιοι κανόνες σε όλα τα κανάλια Διανομής και όχι μόνο στους Ασφαλιστικούς Διαμεσολαβητές, όπως ίσχυε μέχρι την 18/12/18.

Στην έννοια λοιπόν του Διανομέα συμπεριλαμβάνονται και οι Ασφαλιστικές Εταιρείες.

Στα περισσότερα άρθρα του νέου νόμου υπάρχουν διατάξεις που δεν εισάγονται για πρώτη φορά, ίσχυαν και με το ΠΔ 190/2006.

Όπως η  διάταξη  για  Επάρκεια γνώσεων και ικανοτήτων

Απαιτούνται υψηλού επιπέδου επαγγελματικές και οργανωτικές γνώσεις και ετήσια επανεκπαίδευση και αξιολόγηση.

Διατηρείται το 15ωρο της επαγγελματικής κατάρτισης σε προϊοντικά, θεσμικά και πωλησιακά θέματα, και επιβάλλεται με κάθε τρόπο η ανάδειξη της επάρκειας του Διαμεσολαβητή μέσα από γενικές έννοιες εντιμότητας, αμεροληψίας, και χρήσης κατανοητής γλώσσας, απαγορεύοντας την χρήση μεθόδων αθέμιτου ανταγωνισμού και αθέμιτων, παράνομων ή παραπλανητικών πράξεων και πρακτικών.

Όλα τα παραπάνω και με ιδιαίτερα αναλυτικό τρόπο, αναφέρονται στο κεφάλαιο που αφορά στις Γενικές αρχές Δεοντολογικής συμπεριφοράς, όπου αναφέρονται μεταξύ των άλλων κανόνων και οι απαγορεύσεις εκπτώσεων, ωφελημάτων ή παροχών από όλους ανεξαιρέτως.

Επιβάλλεται επίσης ανάρτηση σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, πινακίδας με τα στοιχεία τους, που θα αναγράφει ότι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα.

Η Επαγγελματική Αστική Ευθύνη

Διατηρείται η υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης κοντά στα επίπεδα που ισχύουν και σήμερα.

Η Ρύθμιση για την Προστασία πελατών, στις περιπτώσεις μη μεταβίβασης εισπραχθέντων ποσών από τον Διαμεσολαβητή.

Διατηρήθηκε  δηλαδή η επιλογή που ορίζει ότι τα χρήματα που καταβάλει ο πελάτης καλόπιστα στον διαμεσολαβητή λογίζονται ως καταβληθέντα στην επιχείρηση, ενώ τα χρήματα που έχει καταβάλει η επιχείρηση στον διαμεσολαβητή δεν λογίζονται ως καταβληθέντα στον πελάτη, μέχρι να τα εισπράξει πραγματικά ο καταναλωτής.

——————————————————————————————————————————————————————————–

Πέραν όμως και παράλληλα με την διευκρίνηση ή και ενίσχυση των διατάξεων που ίσχυαν, προστέθηκαν ρυθμίσεις και τροποποιήθηκαν διατάξεις.

Ουσιαστική  διαφορά σε σχέση με το προϊσχύον νομικό πλαίσιο είναι η συγχώνευση των κατηγοριών του Ασφαλιστικού Συμβούλου και του Ασφαλιστικού Πράκτορα.

Οι Κατηγορίες της Ασφαλιστικής Διαμεσολάβησης στην Ελληνική αγορά είναι πλέον.

Ασφαλιστικοί Πράκτορες,

Συντονιστές Ασφαλιστικών Πρακτόρων

& Μεσίτες Ασφαλίσεων.

 Ο Ασφαλιστικός Πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί την δραστηριότητα της διανομής στο όνομα και για λογαριασμό μίας η περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Ο Μεσίτης ασφαλίσεων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατ’ εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα διανομής προϊόντων.

Ο Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ασκεί την δραστηριότητα μέσω ομάδας πρακτόρων που επιλέγει προτείνει και επιβλέπει…

Η συνεργασία μεταξύ ασφαλιστικών διαμεσολαβητών επιτρέπεται μόνο όταν είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία διαμεσολάβησης του Ειδικού Μητρώου των κατα τόπους Επιμελητηρίων .

Οι διαφορές μεταξύ Πρακτόρων και Μεσιτών αφορούν πρώτον τον βαθμό ανεξαρτησίας τους από την Ασφαλιστική επιχείρηση με την οποία συνεργάζονται και δεύτερον τον τρόπο αμοιβής τους.

Η κατηγορία του Ασφαλιστικού Συμβούλου συγχωνεύεται στην κατηγορία του Ασφαλιστικού Πράκτορα. Τα Επιμελητήρια έχουν την υποχρέωση να συγχωνεύσουν μηχανογραφικά και άνευ άλλων διατυπώσεων τις δύο κατηγορίες.

Προβλέπεται ωστόσο μία μεταβατική διάταξη

Οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι που έχουν εγγραφεί στα Μητρώα μετά την 01/01/2017 και παραμένουν εγγεγραμμένοι σε αυτή την κατηγορία μέχρι την έναρξη του νόμου, θα μεταφερθούν στην κατηγορία του Ασφαλιστικού Πράκτορα, αφού συμπληρώσουν 2 έτη από την εγγραφή τους στα Μητρώα και το Ειδικό Μητρώο.

Μπορούν όμως,  αν θέλουν να μεταταγούν άμεσα, να δώσουν εξετάσεις για Πράκτορες ή Μεσίτες.

Εδώ επί τη ευκαιρία να πούμε ότι το κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιτρέπεται να εγγραφεί σε μία μόνο κατηγορία, πλην των Συντονιστών που θα πρέπει να είναι και Πράκτορες.

Όσοι είναι εγγεγραμμένοι σε περισσότερες από μία κατηγορία κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως θα υποχρεωθούν να δηλώσουν την κατηγορία στην οποία επιθυμούν να παραμένουν εγγεγραμμένοι.

Εάν δεν το φροντίσουν, τότε τα αρμόδια Επιμελητήρια είναι υποχρεωμένα να διαγράψουν τους Ασφαλιστικούς Διαμεσολαβητές, που δεν συμμορφώθηκαν, από όλες τις κατηγορίες διαμεσολάβησης.

Μία δεύτερη ουσιαστική διαφοροποίηση που φέρνει ο νέος νόμος είναι η έννοια της « παροχής συμβουλής » και η υποχρεωτικότητα  που καθιερώνεται και ισχύει για όλους. Η έννοια της συμβουλής άλλωστε, αποτελεί την ύψιστης σπουδαιότητας παροχή του Διαμεσολαβητή προς τον πελάτη.

Για τον λόγο αυτό και ως άσκηση Εθνικής ευχέρειας και επιλογής η υποχρεωτικότητα της συμβουλής διατηρείται και επιβάλλεται σε όλα τα προϊόντα, σε όλους τους κλάδους και από όλους τους Διανομείς. Ο Νόμος αναφέρει ότι πριν την σύναψη της ασφάλισης

ο « Διανομέας » αφού παρουσιάσει την ταυτότητα του , προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη, επεξηγεί τα χαρακτηριστικά του προϊόντος με τρόπο αντικειμενικό και κατανοητό ,  που θα επιτρέψει στον πελάτη να επιλέξει το κατάλληλο για αυτόν προϊόν, και του εξηγεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.

Επίσης δίνει  συμβουλή, που πρέπει να αποδεικνύεται, και του εξηγεί τους λόγους για τους οποίους το προτεινόμενο προϊόν ικανοποιεί καλύτερα τις απαιτήσεις ή τις ανάγκες του.

————————————————————————————————————————————————

Αγαπητοί Συνάδελφοι ,

στον νόμο 4583 κωδικοποιείται επίσης  η προηγούμενη εθνική νομοθεσία και καταργείται ο Ν. 1569/1985 και το Π.Δ 190/2006, και συμπεριλαμβάνονται πλέον σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις που αφορούν την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.

  • Η συνεργασία επιτρέπεται μόνο  σε Ασφαλιστικούς Διαμεσολαβητές που   είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία.
  • Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές τις ίδιας βεβαίως βαθμίδας , οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος  που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για τη διανομή των προϊόντων της μέσα από τη συγκεκριμένη συνεργασία του και  πάντοτε πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση.
  • Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών ημερών. Αν η προθεσμία περάσει  άπρακτη ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από τρεις (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.
  • Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.

Ρυθμίζονται επίσης  θέματα που δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στις συναλλακτικές και συμβατικές μας σχέσεις κυρίως σε περιπτώσεις καταγγελιών συμβάσεων.

 

  • Σύμφωνα με τον νόμο 4583/18
  • Αν, για οποιονδήποτε λόγο, λυθεί η σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση θα καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, και που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, γι’ αυτό το διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη για το ασφαλιζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αντικείμενο, και δεν υπάρχει  ουσιώδης μεταβολή των όρων της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης. Η ασφαλιστική επιχείρηση θα ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα, με αναλυτική κατάσταση, τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή για τη διατηρούμενη σε ισχύ παραγωγή του και τις προμήθειές του που αναλογούν σε αυτή.

Το βάρος απόδειξης για την απώλεια της παραγωγής φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση.

  • Προμήθειες δεν οφείλονται αν η σύμβαση λύθηκε με πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή.
  • Αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής, καταβάλλεται στον ασφαλιστικό πράκτορα ή συντονιστή το ήμισυ του ποσού που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση. Σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή παύσης της ποινικής δίωξης ή εν γένει απαλλαγής του πράκτορα ή του συντονιστή από τις σχετικές κατηγορίες, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει εντόκως στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή το ποσό που υπολείπεται. Αντίθετα, αν ο πράκτορας ή ο συντονιστής καταδικαστεί αμετάκλητα, επιστρέφει εντόκως το ποσό που έλαβε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.
  • Σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τεσσάρων (4) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί γι’αυτό το διάστημα να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση.
  • Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή, το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στα πρόσωπα που ο πράκτορας ή ο συντονιστής έχει ορίσει ως δικαιούχους. Αν δεν έχουν οριστεί δικαιούχοι, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει το ποσό αυτό στους κληρονόμους του θανόντος κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας.
  • Σε περίπτωση αποχώρησης του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, λόγω συνταξιοδότησης, η ασφαλιστική επιχείρηση του καταβάλλει ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί να παραμένει γι’ αυτό το διάστημα σε αυτήν.»

 

 

© INSURANCE EEA 2019. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics