«Ψηφιακό» έλλειμμα στις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις

Η υιοθέτηση και η αποτελεσματική αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας (εργαλείων πληροφορικής και διαδικτύου) από τις επιχειρήσεις αποτελεί διεθνώς ένα αυξανόμενης σημασίας εφόδιο ανταγωνιστικότητας.

Υστερούν στην χρήση ψηφιακής τεχνολογίας οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με 1 στις 3 να μη χρησιμοποιεί κανένα ψηφιακό εργαλείο όπως αποκαλύπτει με μεγάλη ευκρίνεια έρευνα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (τμήμα διεύθυνσης οικονομικής ανάλυσης).


Το θέμα είναι γνωστό εδώ και καιρό και στην ασφαλιστική αγορά η οποία μπορεί να κάνει άλματα τεχνολογικά αλλά αυτά δεν περνούν στο σύνολό τους και δεν αφομοιώνονται από όλους τους συντελεστές.

Συγκεκριμένα βάσει του Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας που κατασκεύασε η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου – με την απόκλιση να παραμένει σταθερή την τελευταία πενταετία (36% χαμηλότερα του μέσου όρου της ΕΕ).  Η έρευνα που διεξήχθη από  25/9/15 έως 9/11/15 υποστηρίζει ότι η  ψηφιακή αναβάθμιση προσφέρει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις, τόσο σε όρους πωλήσεων όσο και σε όρους κερδοφορίας.

 

ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΟΙ  ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Συγκεκριμένα, βάσει ερωτηματολογίου σε δείγμα 1.200 επιχειρήσεων, οι ΜμΕ που επένδυσαν σε ψηφιακή τεχνολογία την τελευταία 5ετία απόλαβαν τα εξής:

Μετρίασαν την πτωτική πορεία του κύκλου εργασιών στο διάστημα 2008-2014 κατά περίπου 18 ποσοστιαίες μονάδες (σημειώνοντας μέση πτώση της τάξης του 32%, έναντι 50% για τις «παραδοσιακές» ΜμΕ).

 Σημείωσαν μικρότερες απώλειες κερδοφορίας, με αποτέλεσμα να ανατρέψουν το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχαν το 2008 οι παραδοσιακές επιχειρήσεις. Ειδικότερα, το μέσο περιθώριο λειτουργικού κέρδους μειώθηκε κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες για τις «ψηφιακές» ΜμΕ, ενώ οι απώλειες έφτασαν τις 13 μονάδες στις υπόλοιπες ΜμΕ.

Πάντως, θετικό κρίνεται το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων εμφανίζεται συνειδηποιημένη για τη σημασία του ψηφιακού κενού ανταγωνιστικότητας με την ΕΕ και δηλώνει ότι – παρά τη δύσκολη συγκυρία – σχεδιάζει να επενδύσει ψηφιακά την επόμενη διετία. Βάσει των προγραμματισμένων επενδύσεων, εκτιμάμε ότι το ποσοστό των «ψηφιακών» ΜμΕ θα αυξηθεί σε τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις το 2018, από δύο στις τρεις επιχειρήσεις σήμερα.

Η πραγματοποίηση αυτής της προοπτικής εκτιμάται ότι θα επιτρέψει στις ελληνικές επιχειρήσεις να προσεγγίσουν το 2018 το παρόν ψηφιακό επίπεδο της μέσης ευρωπαϊκής επιχείρησης. Συγκεκριμένα, ERP εκτιμάται ότι θα χρησιμοποιεί το 22% των ελληνικών ΜμΕ το 2018 (από 9% το 2015 και 36% στην ΕΕ), ενώ το 16% των ελληνικών ΜμΕ εκτιμάται ότι θα παρέχει τη δυνατότητα e-commerce στους πελάτες του το 2018 (από 10% το 2015 και 17% στην ΕΕ) – με την εντυπωσιακότερη βελτίωση να αναμένεται στον κλάδο των ξενοδοχείων.

 

Η (μία) ΣΤΙΣ (τρεις) ΕΚΤΟΣ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ

Κατά την αναζήτηση του ψηφιακού αποτυπώματος των ελληνικών ΜμΕ, διαπιστώνεται ότι μία στις τρεις επιχειρήσεις δε χρησιμοποιεί κανένα ψηφιακό εργαλείο (δηλαδή ούτε πληροφοριακά συστήματα για τη βελτίωση των εσωτερικών λειτουργιών της και της παραγωγικής της διαδικασίας ούτε εργαλεία διαδικτύου για την αναβάθμιση της επικοινωνίας της με προμηθευτές και κυρίως με τους πελάτες π.χ ecommerce).

Μόλις το 4% των επιχειρήσεων διαθέτει ολοκληρωμένο ψηφιακό σύστημα (δηλαδή, αποδοτικό συνδυασμό των προαναφερόμενων ψηφιακών εργαλείων), ενώ το 25% των επιχειρήσεων (το 1/3 αυτών που έχουν κάποιο ψηφιακό εργαλείο) δηλώνει ότι έχει απλά ιστοσελίδα ή παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα.

Σημαντικό αποδεικνύεται το ψηφιακό κενό ανάμεσα στις μεσαίες και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, το 92% των επιχειρήσεων μεσαίου μεγέθους (με πωλήσεις από €0,5 εκ. μέχρι €10 εκ.) έχει κάποιο ψηφιακό εργαλείο – με την πλειοψηφία να δηλώνει ότι είναι  καινούργιο (τελευταίας πενταετίας). Το αντίστοιχο «ψηφιακό» ποσοστό περιορίζεται στο 61% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (με πωλήσεις κάτω από €0,1 εκ.) – από τις οποίες σχεδόν οι μισές (28% του τομέα) έχουν δηλώσει ότι έχουν απλά ιστοσελίδα ή παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα.

Η ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Τα ψηφιακά εργαλεία και συγκεκριμένα τα προγράμματα και οι εφαρμογές πληροφορικής που επιτρέπουν τη συλλογή, επεξεργασία, αποθήκευση και χρήση πληροφοριών, με στόχο τον καλύτερο έλεγχο και τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων στην επιχείρηση, εκτείνονται σε μια μεγάλη γκάμα. 

Μεταξύ των βασικών «εργαλείων» -συστημάτων είναι:

  • ERP (Enterprise Resource Planning system): Σύστημα λογισμικού που βελτιώνει την αποτελεσματική διαχείριση κόστους, καθώς ενοποιεί πληροφορίες από το σύνολο των διαδικασιών της επιχείρησης (π.χ. παραγωγή, logistics, χρηματοοικονομικά, ανθρώπινοι πόροι).
  • CRM (Customer Relationship Management system): Σύστημα λογισμικού που στοχεύει στην καλύτερη αξιοποίηση των πληροφοριών που μπορούν να εξαχθούν από την αγοραστική συμπεριφορά υπαρχόντων και δυνητικών πελατών.
  • Εξειδικευμένο λογισμικό διαχείρισης: Λοιπές μορφές λογισμικού που ενισχύουν την αποδοτικότητα επιμέρους λειτουργιών όπως διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας (SCM), ανθρώπινου δυναμικού και λογιστηρίου.
  • Ψηφιακά εργαλεία πελατών: αποτελούν τα συστήματα που βελτιώνουν και διευρύνουν τα κανάλια επικοινωνίας της επιχείρησης με τους πελάτες τους (υφιστάμενους και δυνητικούς), τα οποία μπορεί να έχουν είτε απλή μορφή (όπως η ιστοσελίδα) είτε σύνθετη μορφή (όπως το e-commerce και το digital marketing)που εκτείνεται στα εξής:
  • Ιστοσελίδα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Εργαλεία μέσω των οποίων η επιχείρηση αποκτά παρουσία στο διαδίκτυο με στόχο την ενημέρωση των πελατών της και γενικότερη βελτίωση της αναγνωρισιμότητας της.
  • Ηλεκτρονικό εμπόριο (e-commerce): Εξειδικευμένο σύστημα που επιτρέπει την αγορά αγαθών και υπηρεσιών μέσω διαδικτύου, και στο οποίο διαχωρίζουμε δύο μορφές: Β2Β (συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων) και B2C (πωλήσεις σε τελικό καταναλωτή). Ο αυστηρός ορισμός αναφέρεται σε ηλεκτρονικό κατάστημα ή ηλεκτρονική πλατφόρμα κρατήσεων, ωστόσο στην ανάλυση μας έχουμε συμπεριλάβει και μια πιο απλή εκδοχή ηλεκτρονικών συναλλαγών: την ανταλλαγή e-mail ή την ηλεκτρονική συμπλήρωση φόρμας ενδιαφέροντος με σκοπό την διερεύνηση ενδεχόμενου τελικής αγοράς του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
  • Ψηφιακό μάρκετινγκ (digital marketing): Εργαλεία για στοχευμένη προσέλκυση και διεύρυνση πελατειακής βάσης, χρησιμοποιώντας διαδικτυακές δυνατότητες (π.χ. e-mail).
  • Ολοκληρωμένο σύστημα εσωτερικής λειτουργίας: το συνδυασμό τριών ή περισσότερων ψηφιακών εργαλείων εσωτερικής λειτουργίας, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο καλύπτεται σημαντικό ή όλο το φάσμα της επιχείρησης.
  • Ολοκληρωμένο σύστημα πελατών: το συνδυασμό εργαλείων i) ηλεκτρονικού εμπορίου, ii) ψηφιακού μάρκετινγκ και iii) CRM, καθώς μέσω αυτών καλύπτονται όλα τα στάδια επαφής με τους πελάτες.
  • Τρόποι ανάπτυξης ψηφιακών εργαλείων:
  • Inhouse: Ανάπτυξη λογισμικού από εργαζόμενους στην επιχείρηση, με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της.
  • Outsourcing: Ανάθεση ανάπτυξης λογισμικού σε εξωτερικούς φορείς, είτε προσαρμοσμένο στις ανάγκες της επιχείρησης είτε έτοιμο πακέτο απότην αγορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο πάροχος αναλαμβάνει και τη διαχείριση του ψηφιακού εργαλείου ή συστήματος.
  • Cloud: Χρήση λογισμικού το οποίο δεν έχει εγκατασταθεί σε υποδομές της επιχείρησης, αλλά σε «χώρο» που παρέχεται μέσω διαδικτύου από άλλο φορέα παροχής υπηρεσιών (software as a service) πληροφορικής.

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΦΟΜΟΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, παρατηρείται σταδιακή αφομοίωση των νέων τεχνολογιών αλλά η πλειοψηφία περιορίζεται στην επιφανειακή χρήση τους, χωρίς να αποκομίζει τα πραγματικά τους οφέλη.

Συγκεκριμένα, ενώ στη χρήση απλών εργαλείων (π.χ. ιστοσελίδα) οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν απέχουν πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το ποσοστό των επιχειρήσεων που πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές από τους προμηθευτές τους είναι μόλις 5% (έναντι 23% κ.μ.ο. στην ΕΕ) και το μερίδιο των ηλεκτρονικών πωλήσεων ως προς το σύνολο του κύκλου εργασιών δεν ξεπερνά το 2% (έναντι 15% κ.μ.ο. στην ΕΕ).

Συγκεκριμένα, η μεγάλη υστέρηση των ελληνικών επιχειρήσεων όσον αφορά τις ηλεκτρονικές πωλήσεις εμφανίζεται πιο έντονη στον τομέα των συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων (B2B), ενώ η υστέρηση στις ηλεκτρονικές πωλήσεις προς καταναλωτές (B2C) είναι μεν εμφανής αλλά λίγο μικρότερη (1% των πωλήσεων εμπορικών καταστημάτων στην Ελλάδα έναντι 2% στην ΕΕ και 4% των πωλήσεων ελληνικών ξενοδοχείων έναντι 16% κ.μ.ο. στην ΕΕ).  Πολύ χαμηλό το ποσοστό ηλεκτρονικών πωλήσεων για τις ελληνικές επιχειρήσεις

 

ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΕ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Μία στις δύο ΜμΕ σκοπεύει να επενδύσει σε ψηφιακές τεχνολογίες μέσα στην επόμενη διετία ενώ κατά την προηγούμενη πενταετία, το 38% των ΜμΕ προχώρησε σε ψηφιακές επενδύσεις, και μόνο το 9% επένδυσε ταυτόχρονα σε εργαλεία εσωτερικής λειτουργίας και σε εργαλεία επικοινωνίας με πελάτες.

Ωστόσο, στις μεγαλύτερες σχετικά ΜμΕ (με πωλήσεις από €5 εκ μέχρι €10 εκ), το 68% προχώρησε σε ανάλογες επενδύσεις (με σχεδόν το ½ αυτών να επενδύει και στις δύο κατηγορίες ψηφιακών εργαλείων).

Πιο δυναμικές εμφανίζονται οι ΜμΕ για την επόμενη διετία, όπου σχεδόν το ½ αυτών δηλώνει ότι προτίθεται να προχωρήσει σε ψηφιακές επενδύσεις – με το ποσοστό να ξεπερνά τα ¾ για τις μεγαλύτερες ΜμΕ. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψιν τη συνολική επενδυτική εικόνα των ΜμΕ, μόλις 1 στις 3 επιχειρήσεις δηλώνει πλήρη αποστασιοποίηση από την ψηφιακή τεχνολογία – κυρίως επιχειρήσεις με πωλήσεις κάτω των €0,1 εκ (40% απέχει από επενδύσεις έναντι 14% των ΜμΕ με πωλήσεις €5-10 εκ.).

Όσον αφορά τη χρήση προγραμμάτων ΕΣΠΑ για ψηφιακή αναβάθμιση, μόλις το 15% των ΜμΕ δηλώνει ότι έχει κάνει χρήση αντίστοιχων κονδυλίων (κυρίως επιχειρήσεις με πωλήσεις μεταξύ €5 εκ. και €10 εκ.).

Για ένα ποσοστό της τάξης του 5% των ΜμΕ φαίνεται να υπάρχουν ψηφιακές επενδύσεις σε εξέλιξη οι οποίες δεν έχουν ακόμα αποτυπωθεί στην ύπαρξη ψηφιακών εργαλείων.

Οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις αναμένεται να βελτιώσουν την ψηφιακή κατάσταση των ΜμΕ καθώς μία στις τέσσερις επιχειρήσεις δεν θα έχει ψηφιακό εργαλείο, από μία στις τρεις σήμερ. Ελπιδοφόρο κρίνεται το γεγονός ότι μέσω των σχεδιαζόμενων επενδύσεων, ένα 8% των ΜμΕ σκοπεύει να αποκτήσει κάποιο ψηφιακό εργαλείο μέσα στην επόμενη διετία (ενώ σήμερα δεν έχει), συνεπώς το ποσοστό των ΜμΕ με ψηφιακή εξοικείωση θα φτάσει το 74% (από 66% σήμερα). Παράλληλα, καθώς σημαντικό τμήμα του τομέα έχει «παλιά» ψηφιακά εργαλεία (δηλαδή, δεν έχει προβεί σε επενδύσεις ψηφιακής ανανέωσης είτε επέκτασης την τελευταία πενταετία), θετική είναι η πρόθεση αρκετών τέτοιων επιχειρήσεων – 16% των ΜμΕ – να αναβαθμίσουν το ψηφιακό τους επίπεδο την επόμενη διετία. Όσον αφορά τις γεωγραφικές περιφέρειες, οι ΜμΕ στη Θεσσαλονίκη φαίνεται να σκοπεύουν να διευρύνουν το ψηφιακό τους πλεονέκτημα, δηλώνοντας υψηλά ποσοστά απόκτησης και αναβάθμισης ψηφιακών εργαλείων την επόμενη διετία, έναντι των λοιπών ΜμΕ. 

© INSURANCE EEA 2020. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics