Τι ισχύει όταν ο εργαζόμενος αρνηθεί πρόταση του εργοδότη για εκ περιτροπής εργασία

Γράφει η Σουζάνα Κλημεντίδη, Δικηγόρος – Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Ι. Καταρχήν, η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Επίσης, η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δυο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Στην πρώτη περίπτωση, της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία μπορεί να συναφθεί είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη τροποποιητική συμφωνία των μερών, ο νόμος δεν θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς σε αυτή, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της μονομερούς επιβολής της. Η ίδρυση της σχέσης αυτής δεν συνδέεται δηλαδή με καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση (όπως ορισμένους λόγους επιλογής της) ή τήρησης ορισμένης διαδικασίας, πλην του έγγραφου τύπου για την κατάρτισή της (ΑΠ 697/18). Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 468/12), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησής του, να επιβάλει στην επιχείρησή του «σύστημα εκ περιτροπής εργασίας», μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους (ΑΠ 1252/14), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο «αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας», προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που άλλως θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους (ΑΠ 771/17). Συνακόλουθα, εάν δεν επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, αλλά τούτο συμφωνηθεί με τον εργαζόμενο, η εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής δεν επηρεάζεται από την μη τήρηση ή την πλημμελή τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης ή διαβούλευσης με τους εργαζομένους.

ΙΙ. Περαιτέρω, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν’ αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολουθήσεως της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 606/17, ΑΠ 31/13, ΑΠ 397/04, ΑΠ 597/02, ΑΠ 297/96). Ελέγχονται από τα δικαστήρια αφ’ ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ’ ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια. Οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/13, ΑΠ 597/02, ΑΠ 279/96). Επίσης, οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/17, ΑΠ 64/15,ΑΠ 1404/14, ΑΠ 31/13, ΑΠ 922/10) ή να προτείνει σ’ αυτόν ν’ απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/04) εφόσον τούτο είναι εφικτό ως εκ των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης, μορφή της οποίας συνιστά και η εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας.

Και ναι μεν νομοθετικά ορίζεται ότι καταγγελία λόγω άρνησης του εργαζομένου ν’ αποδεχθεί πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση είναι άκυρη, πλην όμως η ακυρότητα αυτή δεν αφορά και την περίπτωση που η πρόταση του εργοδότη δικαιολογείται από τις ανάγκες της επιχείρησης και η μερική απασχόληση προτείνεται προκειμένου ν’ αποφευχθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Επομένως, ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα, μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι’ αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία). Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ ) και δη αν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/05, ΑΠ 1199/02 σχετ. ΑΠ 922/10). Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθ. 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 1199/02) και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/20, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.

ΙΙΙ. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει νομίμως τη σύμβαση εργασίας εργαζομένου του, μετά την άρνηση του τελευταίου στην πρόταση του εργοδότη περί μεταβολής των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας του, ήτοι μετά την άρνησή του να μετατραπεί η σύμβαση από πλήρους σε μερικής απασχόλησης (ώστε ν’ αποφευχθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας), υπό την προϋπόθεση ότι η πρόταση αυτή του εργοδότη ήταν δικαιολογημένη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης, δηλαδή εφόσον συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονταν με το πρόσωπο του μισθωτού.

© INSURANCE EEA 2020. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics