Μη απόδοση ως αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ που εσφαλμένα ανεγράφη σε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών

ΣτΕ 773/2016: Μη απόδοση ως αχρεωστήτως καταβληθέντος ΦΠΑ που εσφαλμένα ανεγράφη σε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών 

 

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, στις οποίες επιχειρήσεις, εταιρείες, ή ελεύθεροι επαγγελματίες συμπεριέλαβαν εσφαλμένως και ποσό ΦΠΑ σε τιμολόγια, ή αποδείξεις υπηρεσιών που εξέδωσαν και αντιλαμβανόμενοι εκ των υστέρων το σφάλμα τους, έσπευσαν να αναζητήσουν το ποσό που καταβλήθηκε, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Δυστυχώς για αυτούς, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας μας, το Συμβούλιο της Επικρατείς είχε άλλη άποψη για το σχετικό ζήτημα και απέκλεισε κάθε δυνατότητα για την αναζήτηση και επιστροφή του ως άνω ποσού, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος .

Ειδικότερα:

Η ένδικη υπόθεση ξεκίνησε, όταν η αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία, ως μισθώτρια σε εμπορική μίσθωση, αναγκάστηκε από την εκμισθώτρια να αποχωρήσει από το μίσθιο κατάστημα της έδρας της, λόγω καταγγελίας και λήξης της εκ του νόμου (ΠΔ 34/1995) προβλεπόμενης μέγιστης διάρκειας της εμπορικής μίσθωσης (δωδεκαετία), λαμβάνοντας όμως και την εκ του νόμου προβλεπόμενη αποζημίωση, ποσού 30.000.000 δρχ., για την οποία όταν και την εισέπραξε εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών προς την καταβάλλουσα εκμισθώτρια, στο οποίο ανεγράφη και ο αναλογούν ΦΠΑ, ποσού 5.400.000 δρχ. τον οποίο, χωρίς να έχει εισπράξει μαζί με την ως άνω αποζημίωση απέδωσε στην συνέχεια στο Ελληνικό Δημόσιο, δοθέντος ότι,  επί σχετικής αίτησης, που αυτή υπέβαλλε στην αρμόδια ΔΟΥ, πριν την απόδοση του ως άνω ποσού, έλαβε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ την εσφαλμένη – όπως αποδείχτηκε στην συνέχεια  – απάντηση ότι, το ποσό της σχετικής αποζημίωσης, μετά από καταγγελία, λόγω λήξης της μέγιστης εκ του νόμου προβλεπόμενης διάρκειας της σύμβασης εμπορικής μίσθωσης, υπάγεται σε καθεστώς ΦΠΑ .

Στη συνέχεια ωστόσο, όταν η μισθώτρια εταιρεία αντιλήφθηκε ότι, το σχετικό ποσό αποζημίωσης δεν υπάγεται σε καθεστώς ΦΠΑ, υπέβαλε σχετική νέα αίτηση προς την αρμόδια ΔΟΥ, ζητώντας την επιστροφή του ως άνω ποσού φόρου, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, η αίτηση της απορρίφθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ, με την αιτιολογία ότι,  φόρος που ανεγράφη σε εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία και καταβλήθηκε στο Δημόσιο δεν επιστρέφεται .

Έτσι, η μισθώτρια εταιρεία προσέφυγε κατά της σχετικής αρνητικής απάντησης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο όμως, με την ίδια ως άνω αιτιολογία απέρριψε την σχετική προσφυγή της .

Για τον λόγο αυτό, η μισθώτρια εταιρεία άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου και το επιληφθέν αυτής, Διοικητικό Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση της, κρίνοντας ότι, το άρθρο 21 παρ.1 στοιχ. δ της έκτης Οδηγίας της ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο, με το άρθρο 28 παρ. 1 περ. δ του Ν. 1642/1986, δεν αποκλείει την απόδοση του ποσού, το οποίο πεπλανημένα είχε αναγραφεί ως φόρος προστιθέμενης αξίας επί τιμολογίου, ή επί άλλου ισοδυνάμου εγγράφου, στην περίπτωση κατά την οποία, οι υπηρεσίες περί των οποίων επρόκειτο, δεν υπόκεινται στον φόρο αυτό. Περαιτέρω, αφού έλαβε υπόψη του ότι, ο επίμαχος φόρος πεπλανημένα είχε αναγραφεί στο τιμολόγιο, για συναλλαγή, η οποία εντασσόμενη στο πλαίσιο της μίσθωσης ακινήτου δεν υπόκειτο σε ΦΠΑ, έκρινε ότι, συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση επιστροφής αυτού, και δη εντόκως, κατά παρέκκλιση της αρχής της τυπικότητας του ΦΠΑ .

Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου και το Συμβούλιο της Επικρατείας, που επιλήφθηκε αυτής δέχτηκε την αίτηση αναίρεσης εξαφανίζοντας την απόφαση του Εφετείου, αποδεχόμενο τα εξής :

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν.1642/1986, για την εφαρμογή του ΦΠΑ, αντικείμενο του φόρου αυτού είναι μεταξύ άλλων, η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας, από υποκείμενο στο φόρο, που ενεργεί με αυτήν την ιδιότητα. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 28 του ιδίου νόμου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι, υπόχρεος στον φόρο είναι και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αναγράφει το φόρο στα τιμολόγια που εκδίδει, ή σε άλλα εξομειούμενα με αυτά στοιχεία .

Η αληθής έννοια των διατάξεων της παραγράφου αυτής είναι ότι, οποιοδήποτε πρόσωπο χρεώνει φόρο σε φορολογικό στοιχείο που εκδίδει, έστω και αν ο φόρος αυτός είναι μεγαλύτερες του προβλεπομένου, υποχρεούται στην απόδοση του φόρου αυτού στο Δημόσιο. ΅Εξάλλου, στο μεν άρθρο 23 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι, ο υποκείμενος στο φόρο δικαιούται να εκπέσει από το φόρο που αναλογεί στης ενεργούμενες από αυτόν πράξεις, το φόρο με τον οποίον έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών, που έγιναν σε αυτόν και η εισαγωγή αγαθών, που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, στο δε άρθρο 25 παρ.1 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 38 του Ν. 2092/1992, προβλέπεται ότι, το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο  κατέχει…..α) ..β) νόμιμο τιμολόγιο, ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο, που επέχει θέση τιμολογίου, από τα οποία αποδεικνύονται οι παραδόσεις αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, που γίνονται σε αυτόν και ο φόρος με τον οποίο επιβαρύνθηκαν .

Επειδή, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 περ. δ του Ν.1642/1986 ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές παρατεθείσες διατάξεις του ιδίου νόμου, που προβλέπουν ότι, δικαίωμα έκπτωσης, έχει ο κατέχων σχετικό τιμολόγιο, ή άλλο στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου συνάγεται ότι, ο εκδότης τέτοιου φορολογικού στοιχείου, εφόσον πάντως ενέγραψε σε αυτό, ποσό ως φόρο προστιθέμενης αξίας, έχει εκ μόνης της αναγραφής του φόρου υποχρέωση απόδοσης του στο Δημόσιο .Ως εκ τούτου άλλωστε, επί αποδόσεως του φόρου αυτού δεν υπάρχει αξίωση επιστροφής του, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 27 παρ. 1 του ως άνω νόμου, περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού φόρου, διότι το αποδιδόμενο ποσό, αναγραφέν σε τιμολόγια, ή άλλα στοιχεία φόρου, δεν καταβάλλεται κατά τα ανωτέρω αχρεωστήτως (ΣτΕ 1877/1994, ΣτΕ 3693/1997, ΣτΕ 4013/2005) .

Επειδή, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 περιπ. δ του Ν.1642/1986, που αποτελεί μεταφορά στο Ελληνικό δίκαιο της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 21 της έκτης Οδηγίας της ΕΚ, για το ΦΠΑ, θεσπίστηκε για την διασφάλιση της λειτουργίας του μηχανισμού των εκπτώσεων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, μέσω αυτού του μηχανισμού. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή έχει ως βάση, το συνήθως συμβαίνον, όπου ο ΦΠΑ, ως επιρριπτόμενος στον αντισυμβαλλόμενο, χρεώνεται στα τιμολόγια, ή σε άλλο έγγραφο, που επέχει θέση τιμολογίου  και εισπράττεται από τον εκδότη τους, οπότε ο μεν εκδότης του τιμολογίου αποδίδει το ΦΠΑ στο Δημόσιο, ως φόρο εκροών, μετά την αφαίρεση του φόρου εισροών, ο δε λήπτης του τιμολογίου, εφόσον είναι υποκείμενο του φόρου και όχι τελευταίος καταναλωτής, τον εκπίπτει ως φόρο εισροών από το φόρο εκροών και τη διαφορά την αποδίδει στο Δημόσιο. Αν στο σχετικό τιμολόγιο έχει χρεωθεί από τον εκδότη του ΦΠΑ για κάποια συναλλαγή, ο φόρος αυτός είναι αποδοτέος στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως του εάν είχε εισπραχθεί, ή όχι, από τον αντισυμβαλλόμενο, διότι ο λήπτης του τιμολογίου μπορεί να τον εκπέσει από το φόρο εκροών, ως φόρο εισροών, ανεξαρτήτως του εάν πράγματι τον είχε καταβάλλει, ή όχι, στον αντισυμβαλλόμενο του. Αν ο εκδότης του τιμολογίου δεν είναι υποκείμενος στον φόρο και δεν αποδώσει τον εισπραχθέντα φόρο, που χρεώθηκε στο τιμολόγιο, ο δε λήπτης του τιμολογίου, ως υποκείμενος στο φόρο τον εκπέσει από τον φόρο εκροών του, τότε ζημιώνεται το Δημόσιο, κατά το ανωτέρω ποσό του φόρου, που διέφυγε ( ΣτΕ 4013/2015, ΣτΕ 3847/1999) .

Επειδή, το ΔΕΕ ερμηνεύοντας τις διατάξεις της προαναφερθείσας έκτης Οδηγίας , έχει κρίνει ότι, ενόψει του γεγονότος ότι, η εν λόγω οδηγία δεν προβλέπει καμία διάταξη, περί διακανονισμού εκ μέρους του εκδότη του τιμολογίου, του κακώς αναγραφέντος σε αυτό ΦΠΑ, στα κράτη μέλη εναπόκειται καταρχήν ο καθορισμός της διαδικασίας, κατά την οποία είναι δυνατός ο διακανονισμός αυτός, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι, ο τελευταίος δεν εξαρτάται από τη διακριτική τους ευχέρεια. Ας σημειωθεί δε ότι, στην εθνική νομοθεσία για τον ΦΠΑ δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία διακανονισμού, ή επιστροφής εσφαλμένως αναγραφέντος ΦΠΑ, ούτε άλλωστε η αναιρεσίβλητη εταιρεία ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο, (το ΔΕΚ) έχει κρίνει ότι, οσάκις ο εκδότης του τιμολογίου έχει εξαλείψει εγκαίρως και πλήρως τον κίνδυνο απώλειας φορολογικών εσόδων, η αρχή της ουδετερότητας του ΦΠΑ απαιτεί να είναι δυνατός ο διακανονισμός του κακώς αναγραφέντος σε τιμολόγια ΦΠΑ, χωρίς να μπορεί ο διακανονισμός αυτός να εξαρτηθεί από την καλή πίστη του εκδότη του ως άνω τιμολογίου .

Κατά συνέπεια των ανωτέρω, η κρίση του Εφετείου δεν είναι νόμιμη, καθώς, εφόσον ο ανωτέρω φόρος ανεγράφη στοπ εκδοθέν από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, τιμολόγιο και απεδόθη στο Δημόσιο, ανεξάρτητα από τον αν τον είχε εισπράξει, ή όχι, η τελευταία από τον αντισυμβαλλόμενο της (εκμισθώτρια), δεν ήταν επιστρεπτέος, ως αχρεωστήτως καταβληθείς, δεδομένου μάλιστα ότι, η εταιρεία αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν ισχυρίστηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση είχε εξαλειφθεί πλήρως και εγκαίρως ο κίνδυνος απώλειας για το Δημόσιο φορολογικών εσόδων, είτε διότι, επί παραδείγματι είχε ειδοποιήσει εγκαίρως την αρμόδια για τον παραλήπτη του ενδίκου τιμολογίου φορολογική αρχή, είτε διότι, είχε αποκτήσει και καταστρέψει το ανωτέρω τιμολόγιο, πριν αυτό χρησιμοποιηθεί από το λήπτη του ( ΣτΕ 4013/2005).

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πρέπει να αναιρεθεί και να μην επιστραφεί το εν λόγω ποσό του ΦΠΑ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν .

© INSURANCE EEA 2019. All rights Reserved.
Designed by RDC Informatics